Get to know our Cyprus

Generally about Cyprus Generally about Cyprus

The beautiful island of Cyprus emerges in the northeast edge of the Eastern Mediterranean. It is the third largest island of the Mediterranean after Sicily and Sardinia.

Total area
The island’s total area is 9.251 square kilometres, with its maximum length being 240 kilometres and its maximum width being 100 kilometres.

Districts
Cyprus has six districts. The division of the island into districts has been done for administrative purposes. The six districts are as follows:
Lefkosia (Nicosia), Lemesos (Limassol), Larnaca, Pafos, Ammochostos (Famagusta), Keryneia

The administrative capital of each district is the metropolitan municipality bearing the name of the district.

Climate
Cyprus has a Mediterranean climate. The summer is hot and dry lasting from the middle of May until the middle of September, whereas the winter is mild and rainy lasting from November until the middle of March. In spring and autumn the island experiences a fine weather.

Προϊστορία

Η απαρχή της προϊστορίας του νησιού ταυτίζεται με τη νεολιθική εποχή, η οποία εκτείνεται από τη 7η χιλιετία μέχρι και τη 2500 χιλιετία π.Χ. Η νεολιθική εποχή θεωρείται η σημαντικότερη πολιτιστική φάση του νησιού, εφόσον ο προϊστορικός άνθρωπος προβαίνει σε μια σειρά αλλαγές καθοριστικές για τη βελτίωση της ζωής του, όπως η αναζήτηση μόνιμης κατοικίας, η εξημέρωση ζώων, όπως προβάτων, χοίρων, η καλλιέργεια γης, η επεξεργασία λίθων αλλά και κατασκευή αγγείων.

Είναι αξιοσημείωτο πως ορισμένοι μελετητές, βασιζόμενοι στα ανθρώπινα λείψανα που έχουν ανεβρεθεί στην Αγία Άννα- Καλό χωριό- πλησίον της Λάρνακας και του Ακρωτηρίου της Λεμεσού- ανάγουν την ανθρώπινη παρουσία στο νησί στην 9η ή 8η χιλιετία π.Χ. Είναι προφανές, πως τα χρονολογικά όρια της περιόδου μπορούν μελλοντικά να ανατραπούν με την ανακάλυψη προγενέστερων αρχαιολογικών ευρημάτων.

Οι μελετητές έχουν προβεί στο διαχωρισμό της νεολιθικής εποχής, στηριζόμενοι στο βαθμό διάδοσης του πηλού ως υλικού κατασκευής, Ειδικότερα, η νεολιθική εποχή διαιρείται στην «ακεραμική» και στην «κεραμική» περίοδο, μ’ άλλα λόγια στην πρώτη, τα πλείστα αντικείμενα είναι φτιαγμένα από λίθο, ξύλο, κόκαλο και πιο σπάνια από πηλό, εν αντιθέσει με την τελευταία, κατά την οποία ο πηλός αποτελεί το πιο βασικό υλικό κατασκευής αντικειμένων. Ας γνωρίσουμε, όμως, αναλυτικότερα την νεολιθική εποχή όπως αναδύεται μέσα από τα σωζόμενα ευρήματα.

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές ανέδειξαν μια σειρά νεολιθικών οικισμών,
διασκορπισμένων στο βόρειο και νότιο άκρο του νησιού, πλησίον της θάλασσας και άλλοτε των ποταμών, συνήθως πάνω σε λόφους. Όλοι οι οικισμοί φαίνεται πως συγκροτήθηκαν με βάση την φυσική οχύρωση του χώρου, μερικοί μάλιστα εξ αυτών είχαν προβεί στην προσθήκη τεχνητού οχυρωματικού έργου, κυρίως αμυντικού τείχος.

Οι πιο αντιπροσωπευτικοί οικισμοί της νεολιθικής περιόδου θεωρούνται της Χοιροκοιτίας, της Καλαβασού- Τέντας και της Σωτήρας. Σαφέστερα, οι δυο πρώτοι ανάγονται στην ακεραμική περίοδο, ενώ ο τελευταίος στην κεραμική περίοδο. Οι οικίες τόσο της Χοιροκοιτίας όσο και της Καλαβασού- Τέντας έχουν σχήμα κυκλικό, ενώ της Σωτήρας στην πλειοψηφία τους έχουν σχήμα ακανόνιστο, συνηθέστερα «σχήμα τετράπλευρου με στρογγυλεμένες τις γωνίες». Οι οικίες της ακεραμικής περιόδου, εν αντιθέσει με της κεραμικής που υποδιαιρούνται σε δωμάτια, αποτελούνται από ένα και μόνο δωμάτιο.

Οι κάτοικοι έχτιζαν τις οικίες τους με υλικά, τα οποία περισυνέλεγαν από τη γύρω περιοχή, όπως, πέτρες, πλιθάρια, πηλό, κλαδιά, ξύλα. Πάντοτε για την οικοδόμηση του κατώτερου μέρους των οικιών χρησιμοποιούσαν πιο ανθεκτικά υλικά, όπως πέτρες, ενώ στο ανώτερο μέρος τα ελαφρότερα υλικά, όπως πλινθάρια και πηλό.

Ο οικισμός της Χοιροκοιτίας αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό δείγμα της νεολιθικής αρχιτεκτονικής. Οι συγκεκριμένες οικίες, στη βάση τους είναι χτισμένες με λιθάρια του ποταμού, ενώ στο πάνω τους με πλιθάρια και πηλό, ελαφρότερα δηλαδή υλικά. Για τη κατασκευή της στέγης προμηθεύονταν καλάμια και κλαδιά, τα οποία αφού στήριζαν σε ξύλινα δοκάρια, τα επικάλυπταν με πηλό. Ταυτόχρονα, μεριμνούσαν για την προστασία των οικιών από πλημμύρες, κατασκευάζοντας κατώφλια ελαφρώς υπερυψωμένα, αλλά και μικρά θυρώματα.

Επιπρόσθετα, είναι αξιοσημείωτο πως μερικές από τις νεολιθικές κατοικίες, λόγου χάρη της Χοιροκοιτάς και της Σωτήρας ήταν εξοπλισμένες από ένα μεσοπάτωμα, το οποίο φαίνεται πως είχε τη χρήση αποθηκευτικού χώρου. Στη Σωτήρα μάλιστα, συναντώνται ανεξάρτητοι βοηθητικοί και εργαστηριακοί χώροι.

Παράλληλα, μέσα από τις ανασκαφές στους οικισμούς, προκύπτουν αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία, σχετικά με την καθημερινή ζωή των νεολιθικών κατοίκων του νησιού. Στη συνέχεια, θα παρουσιαστούν οι ασχολίες, η λατρεία της «θεάς γονιμότητας, τα ταφικά έθιμα αλλά και η υποτυπώδης οργάνωση των κατοίκων της νεολιθικής εποχής.

Ειδικότερα, οι ασχολίες των κατοίκων του νησιού διευρύνονταν ή περιορίζονταν ανάλογα με το βαθμό ανάπτυξης του εκάστοτε
οικισμού. Κατά τη νεολιθική εποχή, οι βασικές ασχολίες τους θεωρούνται
η γεωργία, η κτηνοτροφία, το κυνήγι και το ψάρεμα. Οι κάτοικοι των γνωστότερων οικισμών της ακεραμικής περιόδου, σαφέστερα της Χοιροκοιτίας και της Καλαβασού, φαίνεται πως ενέταξαν στις ασχολίες τους, την «ύφανση ενδυμάτων» αλλά και την κατεργασία «φθαρτών υλικών», όπως δερμάτων, ξύλων αλλά και πέτρας, όπως ανδεσίτη, διορίτη, βασάλτη.
Οι κάτοικοι, όμως, άλλων οικισμών της ακεραμικής περιόδου,
όπως της Πέτρας του Λιμνίτη και του Κάστρος Απόστολος Ανδρέας, ασχολήθηκαν περισσότερο με το ψάρεμα και το κυνήγι παρά με γεωργικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες.

Πρέπει να σημειωθεί πως από την κεραμική περίοδο, οι κάτοικοι του νησιού πρόσθεσαν στις γεωργικές τους δραστηριότητες, την καλλιέργεια των αμπελιών. Παράλληλα, εισήγαγαν στις ασχολίες τους, την μικροτεχνία αλλά και την αγγειοπλαστική, γεγονός άμεσα συνδεδεμένο με τη διευρυμένη χρήση του πηλού.

Συνεπώς, κατά τη νεολιθική εποχή, συγκροτούνται οι πρώτες αγροτικές κοινωνίες στο νησί, οι οποίες στήριζαν τη διαβίωσή τους κυρίως στην ευφορία της γης. Γ’ αυτό και ο άνθρωπος της εποχής, ανέπτυξε μια ιδιαίτερη σχέση με τη γη, την προσωποποίησε ως «μητέρα- τροφό», την θεοποίησε και την λάτρεψε ως «θεά της γονιμότητας».

Η λατρεία της «θεάς γονιμότητας» αποτυπώθηκε καλλιτεχνικά με τη δημιουργία μικρών αγαλμάτων, γνωστών ως ειδωλίων. Τα ειδώλια της νεολιθικής εποχής, αποτελούν την πρώτη γνωστή προσπάθεια ανάπλασης της ανθρώπινης μορφής. Οι «γλύπτες» της εποχής έφτιαξαν ειδώλια από πέτρα, τα οποία φέρουν «απλοποιημένα και υποτυπώδη χαρακτηριστικά» του ανθρώπου. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ένα γυναικείο ειδώλιο με ιδιαίτερα νατουραλιστικά χαρακτηριστικά, φτιαγμένο από άψητο πηλό.

Τη νεολιθική εποχή, έλαβαν χώρα μια σειρά από ταφικά έθιμα, στα οποία διαφαίνεται αφενός η νεκροφοβία και αφετέρου η αντίληψη για τη συνέχιση της ζωής μετά το θάνατο. Σ’ όλη τη διάρκεια της νεολιθικής εποχής, οι κάτοικοι του νησιού διατήρησαν τα ίδια έθιμα, με μικρές διαφοροποιήσεις σ’ ορισμένους οικισμούς της κεραμικής περιόδου. Σαφέστερα, σε οικισμούς της ακεραμικής περιόδου, όπως της Χοιροκοιτίας και της Καλαβασού- Τέντας, οι νεκροί θάβονταν είτε κάτω από το δάπεδο της οικίας είτε πλησίον της, σε συνεσταλμένη στάση, με τα πόδια δηλαδή λυγισμένα στο στήθος. Στους συγκεκριμένους τάφους, έχουν ανεβρεθεί ποικίλα λίθινα κτερίσματα, λόγου χάριν αγγεία, όπλα, εργαλεία, κοσμήματα, αλλά και μια πέτρα πάνω από το σώμα του νεκρού.

Οι μελετητές βασισμένοι στα προαναφερόμενα ευρήματα, εξαγάγουν το συμπέρασμα πως οι άνθρωποι της εποχής προσέφεραν κτερίσματα στους νεκρούς, παρακινούμενοι τόσο από φόβο μήπως επιστρέψουν να τα διεκδικήσουν, όσο από την πεποίθηση πως θα τα χρησιμοποιήσουν στην επόμενη τους ζωή.

Πρέπει να σημειωθεί πως, σε μερικούς οικισμούς της κεραμικής περιόδου, όπως της Σωτήρας, της Φιλιάς, επικρατεί η συνήθεια οι νεκροί να θάβονται σε νεκροταφεία με την απουσία μάλιστα κτερισμάτων.

Τέλος, μέσα από τις ανασκαφές της Χοιροκοιτίας αλλά και της Καλαβασού μαρτυριέται, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η προσπάθεια συγκρότησης μιας οργανωμένης κοινωνίας. Πιο ειδικά, το στοιχείο της κοινοτικής οργάνωσης στη Χοιροκοιτία συνάγεται από την ύπαρξη μιας οικίας μεγαλύτερης από τις υπόλοιπες, ενώ στη Καλαβασό από τον εντοπισμό ενός οικοδομικού συγκροτήματος, που αποτελείται από ένα κεντρικό κτίριο με αποθηκευτικούς χώρους. Οι προαναφερόμενες οικίες, αποτελούσαν το κέντρο εξουσίας των οικισμών, πιθανότατα τους χώρους διαμονής των ηγετικών μορφών.

Πηγές:
Ιστορία της Κύπρου, Από τη Νεολιθική μέχρι και τη Ρωμαϊκή Εποχή, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 2001
Ιστορία της Κύπρου για το Γυμνάσιο, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1994

Η χαλκολιθική εποχή ορίζεται ως η «μεταβατική περίοδος από το λίθο στο χαλκό», μ’ άλλα λόγια τη συγκεκριμένη εποχή συντελείται, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, η χρήση του χαλκού παράλληλα με το λίθο. Η εποχή οφείλει την ονομασία της σ’ ένα μικρό χάλκινο κοπίδι, το οποίο ανεβρέθηκε πρώτο στον οικισμό της Ερήμης. Χρονολογικά εκτείνεται από 3900 π.Χ μέχρι και το 2500 π.Χ, όταν πλέον η χρήση του χαλκού διευρύνεται. Την εποχή αυτή το νησί γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση στο πολιτιστικό επίπεδο. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται οι αλλαγές που σημειώθηκαν στην καθημερινή ζωή, στην τέχνη και την αρχιτεκτονική.

Την χαλκολιθική εποχή, εντατικοποιείται η ενασχόληση με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και το κυνήγι, κυρίως του ελαφιού. Ταυτόχρονα, όμως, οι κάτοικοι του νησιού αρχίζουν ν’ ασχολούνται με τη μεταλλουργία, όπως δηλούν ποικίλα χάλκινα αντικείμενα της εποχής. Απ’ αυτά έχουν ανεβρεθεί χάλκινες σμίλες από τους οικισμούς της Ερήμης, της Λέμπας και της Κισσόνεργας, και ένα «σπειροειδές κόσμημα» από τον οικισμό Σουσκιού. Στο χαλκολιθικό μάλιστα οικισμό Κισσόνεργα- Μιλούθκια, έχει ανεβρεθεί το αρχαιότερο χάλκινο αντικείμενο του νησιού, ένα χάλκινο αγκίστρι. Ουσιαστικά, την εποχή αυτή σφυρηλατούνται οι βάσεις για πιο συστηματική ενασχόληση με τη μεταλλουργία, η οποία κατά τη διάρκεια κυρίως της εποχής του χαλκού, συνέβαλε καθοριστικά στην οικονομική άνθιση του νησιού.

Παράλληλα, οι κάτοικοι της εποχής φαίνεται πως ασχολήθηκαν επιτυχώς, τόσο με την αγγειοπλαστική όσο και με τη μικροτεχνία, γεγονός που ώθησε και στην ανάπτυξη της βιοτεχνίας. Η μεν αγγειοπλαστική έχει να επιδείξει λευκά ή ανοιχτόχρωμα αγγεία, με σχέδια άλλοτε φυτικά και άλλοτε γεωμετρικά, ζωγραφισμένα με ερυθρωπή βαφή. Η δε μικροτεχνία έχει να παρουσιάσει ειδώλια, τα οποία σε σχέση μ’ αυτά της προηγούμενης εποχής, ενσωματώνουν περισσότερες λεπτομέρειες. Η πλειοψηφία των ειδωλίων είναι σε σχήμα σταυρού, γνωστά ως «σταυρόσχημα», φτιαγμένα από στεατίτη, γ’ αυτό και σε γκριζοπράσινο χρώμα. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον πως τα ειδώλια της εποχής χρησιμοποιούνταν, τόσο σε ιεροτελεστίες, όσο και ως περίαπτα ή πιο απλά ως «μενταγιόν». Η τελευταία χρήση των ειδωλίων, αποτελεί μάρτυρα των νέων συνηθειών.

Η ύπαρξη νέων κοινωνικών συνηθειών, διαφαίνεται και μέσα από τα ταφικά έθιμα, αλλά και την αρχιτεκτονική ταφών. Τη χαλκολιθική εποχή, η ταφή των νεκρών συνηθέστερα γινόταν σε νεκροταφεία, και σπανιότερα στο δάπεδο ή πλησίον της κατοικίας. Παράλληλα, την εποχή αυτή υιοθετήθηκαν και επιδράσεις από τη Μικρά Ασία, όπως μαρτυρεί η ύπαρξη θαλαμοειδών τάφων, αλλά και τις ταφές σε αγγεία.

Η οικοδόμηση των οικισμών της χαλκολιθικής εποχής ενσωματώνει νέα στοιχεία, παρόλο που παρουσιάζει ομοιότητες με τους οικισμούς της νεολιθικής εποχής. Ο πιο αντιπροσωπευτικός οικισμός της χαλκολιθικής εποχής, θεωρείται ο οικισμός της Ερήμης, ο οποίος είναι κτισμένος πλησίον του ποταμού Κούρη. Σ’ αυτό τον οικισμό συναντώνται κυκλικές κατοικίες, οι οποίες αποτελούνται από ένα τμήμα λαξευμένο σε βράχο και ένα υπέργειο τμήμα φτιαγμένο από πηλό και κλαδιά. Πρέπει να σημειωθεί πως ένα μέρος των οικιών, διαθέτουν μονάχα υπέργειο τμήμα.

Ταυτόχρονα, οι οικισμοί δυτικά του νησιού, όπως της Λέμπας και της Κισσόνεργας, καινοτομούν ως προς την αρχιτεκτονική. Στη Λέμπα, οι κατοικίες παρόλο που διασώζουν το υπέργειο και κυκλικό σχήμα , διαφοροποιούνται ως προς το εσωτερικό, όπου οι τοίχοι επικαλύπτονται με πηλό. Παράλληλα, οι μεγάλες κατοικίες της Λέμπας, διαχωρίζονται πλέον σε μικρότερους χώρους με τη προσθήκη ενδιάμεσου τοίχου. Οι μελετητές του οικισμού της Λέμπας, υποστηρίζουν πως οι μικρότερες κατοικίες του οικισμού, πιθανότατα να χρησιμοποιούνταν είτε ως μαγειρεία είτε ως εργαστήρια. Επίσης, στον οικισμό της Κισσόνεργας, έχει εντοπιστεί μια μεγάλη οικία με ιδιαιτέρως ευρύχωρα δωμάτια.

Οι ευρύχωρες κατοικίες σε συνδυασμό με τη χρησιμοποίηση σφραγίδων, την εισαγωγή πετρωμάτων, όπως οψιανού και πυριτόλιθου από τη γειτονική Συρία, καταμαρτυρούν την οργάνωση τόσο σε διοικητικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Πηγές:
Ιστορία της Κύπρου, Από τη Νεολιθική μέχρι και τη Ρωμαϊκή Εποχή, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 2001
Ιστορία της Κύπρου για το Γυμνάσιο, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1994

Ο χαλκός σηματοδοτεί την ιστορική πορεία του νησιού, γ’ αυτό άλλωστε, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, συνδέεται και με το όνομά του. Η εποχή του χαλκού εκτείνεται από το 2500 π.Χ μέχρι το 1050 π.Χ και υποδιαιρείται σε Πρώιμη, Μέση και Ύστερη. Πρέπει να σημειωθεί πως η Κύπρος αποτέλεσε κέντρο εμπορίου, παραγωγής και επεξεργασίας του χαλκού για 3000 χρόνια, από τη χαλκολιθική μέχρι και τη βυζαντινή περίοδο.

Πρώιμη και Μέση Εποχή του Χαλκού

Ήδη από την πρώιμη εποχή του χαλκού, συγκροτήθηκαν κέντρα εκμετάλλευσης και εξαγωγής του χαλκού. Για παράδειγμα, τ’ ανατολικά κέντρα του νησιού, συνήψαν εμπορικές σχέσεις με γειτονικές χώρες, Μ. Ασία, Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο, Κυκλάδες και Κρήτη.

Ευρήματα τόσο από την Πρώιμη όσο και από τη Μέση Εποχή, φανερώνουν πως συντελέστηκαν μια σειρά από αλλαγές στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Λόγου χάρη, «πήλινο ομοίωμα οργώματος από τους Βούνους», μαρτυρεί πως οι κάτοικοι του νησιού διευκόλυναν τις γεωργικές δραστηριότητές τους, με τη χρήση αρότρου συρόμενου από βόδια. Την ίδια εποχή άλλαξε και ο τρόπος λατρείας των θεών, σαφέστερα ένα «ομοίωμα ενός υπαίθριου ιερού» καταδεικνύει πως η λατρεία πλέον εκφραζόταν με ιεροτελεστίες σε υπαίθρια ιερά.

Από την πρώιμη εποχή, οι αγγειοπλάστες άρχισαν να δημιουργούν μεγαλύτερη ποικιλία χρηστικών αγγείων, όπως πυξίδες-μικρά κουτιά, πρόχοι-κανάτια, κύπελλα. Παράλληλα, οι δημιουργοί φιλοτέχνησαν αγγεία, ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα, με έντονα αποτυπωμένη τη φαντασία και τα συναισθήματα τους.

Κατά την πρώιμη και μέση εποχή, οι κάτοικοι διαφοροποιήθηκαν και στον τομέα της οικιακής, οχυρωματικής και ταφικής αρχιτεκτονικής. Οι οικίες ήταν λιθόκτιστες, ορθογώνιες, διαχωρισμένες σε μικρότερους χώρους. Τη μέση εποχή, η οχύρωση των οικισμών διασφαλίζεται με την οικοδόμηση φρουρίων, όπως το «φρούριο Νιτοβίλκλας», στον κόλπο της Αμμοχώστου. Τέλος, η ταφική αρχιτεκτονική της εποχής, χαρακτηρίζεται από τάφους λαξευμένους σε βράχους, σε νεκροταφεία πλησίον των οικισμών. Επιπρόσθετα, οι τάφοι αποτελούνταν από «δρόμο και νεκρικό θάλαμο σε σχήμα σπηλαίου».

Ύστερη Εποχή του Χαλκού

Κατά την ύστερη εποχή του χαλκού, πραγματοποιείται ο εξελληνισμός του νησιού από τους Μυκηναίους, τους πρώτους Έλληνες. Το «πολύτιμο μέταλλο» της εποχής, ο χαλκός, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική θέση του νησιού, αποτέλεσαν πόλο προσέλκυσης των μυκηναίων εμπόρων. Την εποχή αυτή, οι Μυκηναίοι αποίκησαν το νησί, εγκαθιδρύοντας ταυτόχρονα τον πολιτισμό τους, μ’ άλλα λόγια τη θρησκεία, τη γλώσσα, την τέχνη και τους θεσμούς τους.

Την ύστερη εποχή του χαλκού, το εμπόριο του «πολύτιμου μετάλλου» επέφερε καθοριστικές αλλαγές σε οικονομικό αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο. Η συστηματική ενασχόληση με το χαλκό, ώθησε στην τεχνολογική εξέλιξη αλλά και στη δημιουργία «αστικών κέντρων», τόσο στα λιμάνια όσο και στην ενδοχώρα, με στόχο την διευκόλυνση της εμπορίας του χαλκού. Η σημαντικότερη τεχνολογική πρόοδος της εποχής, θεωρείται η εισαγωγή του τροχού και του άρματος.

Ακόμη και στο τομέα της πολιτικής συγκρότησης, διαφαίνεται η επίδραση των Μυκηναίων. Η Κύπρος διαχωρίζεται σε βασίλεια, τα οποία, όπως και στον ελληνικό χώρο, συνδέουν την απαρχή τους με κάποιο ήρωα. Τα κυπριακά βασίλεια έχουν οργανωθεί διοικητικά αλλά και οικονομικά, κατά το πρότυπο των Μυκηναίων.

Στον τομέα της αρχιτεκτονικής, εισάγονται μια σειρά από καινοτομίες, με σημαντικότερη τη προσθήκη της πολεοδομικής διάταξης. Αντιπροσωπευτικός οικισμός της ύστερης εποχής θεωρείται της Έγκωμης , ο οποίος στηρίχθηκε σε πολεοδομικό σχεδιασμό. Έχουν εντοπιστεί φαρδιοί δρόμοι, οι οποίοι διασταυρώνονται κάθετα σχηματίζοντας ορθές γωνίες και πλατείες. Επιπλέον, στο συγκεκριμένο οικισμό εντοπίστηκαν οικοδομήματα, από πελεκητές πέτρες, ένα είδος αποχέτευσης, λουτρά και αποχωρητήρια εντός των οικιών, εργαστήρια κατεργασίας χαλκού, όλα πλαισιωμένα από ένα τεράστιο οχυρωματικό έργο, «κυκλώπεια τείχη».

Οι άνθρωποι της ύστερης εποχής φαίνεται πως συνέχισαν να λατρεύουν τις θεότητες, όπως και στην υπόλοιπη εποχή του χαλκού, σε υπαίθρια ιερά. Την εποχή αυτή, εισήχθηκε η λατρεία της θεάς Αφροδίτης, όπως μαρτυρεί το ιερό προς τιμή της στην Παλαίπαφο. Ταυτόχρονα, άνθισε η λατρεία θεοτήτων, που σχετίζονται με την ευημερία των μεταλλείων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί ένα αγαλματίδιο ενός θεού, με βάση σε σχήμα χάλκινου τάλαντου.

Τα αγγεία της εποχής παραπέμπουν στις εμπορικές αλλά και στις πολιτιστικές σχέσεις του νησιού με τις γειτονικές χώρες. Τα κυπριακά αγγεία με δίχρωμη διακόσμηση φέρουν, λόγου χάρη στοιχεία από την Παλαιστίνη. Στην ύστερη εποχή, ανάγονται και «μυκηναϊκά» αγγεία, τα οποία αρχικά εισάγονταν ενώ στη συνέχεια φιλοτεχνούνταν σ’ εργαστήρια στο νησί.

Η επίδραση, κυρίως από τη μυκηναϊκή και αιγαιοανατολική τέχνη, αποτυπώνεται και στα έργα της μικροτεχνίας, όπως μεταλλουργία, αργυροχοΐα, ελεφαντουργία και σμαλτοτεχνία. Παράλληλα, μέσα από τα ευρήματα της μικροτεχνίας, επιβεβαιώνεται η οικονομική ευημερία και το «κοσμοπολίτικο» πνεύμα των οικισμών της εποχής.

Τέλος, σημαντικό επίτευγμα των ανθρώπων της εποχής, θεωρείται η χρησιμοποίηση γραφής από το 1500 π.Χ. Η συγκεκριμένη γραφή, ονομάστηκε «κυπρομινωϊκή», χάρη στην ομοιότητα της με τη Γραμμική Α΄ της Κρήτης. Μ’ άλλα λόγια, οι Κύπριοι φαίνεται πως υιοθέτησαν παρόμοια γραφή μ’ αυτή των εμπόρων της Κρήτης. Η γραφή αποτελεί ισχυρή μαρτυρία του εξελληνισμού του νησιού κατά την εποχή αυτή.

Πηγές:
Ιστορία της Κύπρου, Από τη Νεολιθική μέχρι και τη Ρωμαϊκή Εποχή, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 2001
Ιστορία της Κύπρου για το Γυμνάσιο, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1994

Ιστορικοί Χρόνοι

Η κυπρογεωμετρική εποχή, είχε διάρκεια από το 1050π.Χ εως το 750π.Χ. Η εποχή αυτή, όπως προδίδει και το όνομά της, συνδέεται με την κυριαρχία των γεωμετρικών σχημάτων πάνω σε καλλιτεχνήματα, κυρίως στα αγγεία. Ταυτόχρονα, λαμβάνει χώρα η διαμόρφωση των κυπριακών βασιλείων, των οποίων η ύπαρξη ανάγεται στην ύστερη εποχή του χαλκού. Σταθμό στην ιστορία της εποχής αποτελεί η εγκατάσταση των Φοινίκων στο μυκηναϊκό Κίτιο. Την ίδια εποχή πιθανολογείται πως στο νησί, οι Έλληνες ήρθαν σε πρώτη επαφή με το φοινικικό αλφάβητο, στο οποίο στηρίχθηκαν για την δημιουργία του αλφάβητου τους. Τα κυπρογεωμετρικά χρόνια, σημειώθηκε ανάπτυξη και στον τομέα του πολιτισμού. Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο πως την εποχή αυτή, όπως σημειώνει ο Βάσος Καραγιώργης στο έργο του “Αρχαία Κύπρος”, τα μυκηναϊκά στοιχεία συγχωνεύτηκαν με τα «ετεοκυπριακά» θέτοντας τη βάση για εξέλιξη του κυπριακού πολιτισμού.

Σαφέστερα, τα κυπριακά βασίλεια με επικεφαλής τους άνακτες, συγκέντρωναν κάθε πηγή εξουσίας καθ’ όλη τη διάρκεια της κυπρογεωμετρικής περιόδου. Στις απαρχές της κυπρογεωμετρικής εποχής ανάγονται τα κυπριακά βασίλεια του Κουρίου, του Μαρίου, του Κιτίου, των Σόλων, της Λαπήθου, της Παλαίπαφου και της Σαλαμίνας. Στη συνέχεια, φαίνεται πως στον κορμό των κυπριακών βασιλείων εισήλθαν δέκα ή δώδεκα βασίλεια, ανάμεσα τους, του Ιδαλίου, της Αμαθούντας και της Ταμασού.

Την ίδια εποχή, ειδικότερα κατά τον 9ο αι. π.Χ, πραγματοποιήθηκε ο αποικισμός του Κιτίου από ένα κατεξοχήν εμπορικό λαό, τους Φοίνικες της Τύρου. Οι τελευταίοι, καταφθάνουν στο νησί, όταν η δύναμη των Μυκηναίων στη Μεσόγειο είχε εξασθενίσει, εξαιτίας της “καθόδου των Δωριέων” στον κυρίως ελλαδικό χώρο. Κατά την εγκατάσταση των Φοινίκων στο Κίτιο, συντελείται η μετονομασία της πόλης σε «Κάρτι Χατάστ», που σημαίνει «Νέα Πόλη», αλλά και η μεταφορά των θεοτήτων τους. Πρέπει να σημειωθεί πως οι θεοί των Φοινίκων, λόγου χάρη η Αστάρτη και ο Μελκάρτ, σταδιακά εξελληνίστηκαν.

Κατά τα κυπρογεωμετρικά χρόνια, όπως μαρτυρούν τόσο η ταφική αρχιτεκτονική όσο και τα ταφικά έθιμα, εξακολούθησαν να επιβιώνουν στοιχεία του μυκηναϊκού πολιτισμού. Στη Λάπηθο, για παράδειγμα, την μυκηναϊκή παράδοση επιβεβαιώνουν, αφενός “η συνήθεια καύσης των νεκρών και της θυσίας δούλων στον τάφο του κυρίου τους” και αφετέρου η υιοθέτηση μακρόστενου διαδρόμου στην ταφική αρχιτεκτονική..
Αυτό που προκαλεί το ενδιαφέρον αρκετών μελετητών είναι η πιθανότητα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το νησί να αποτελεί το σημείο γνωριμίας των Ελλήνων με το φοινικικό αλφάβητο. Φαίνεται πως οι Έλληνες με βάση το φοινικικό αλφάβητο, προσθέτοντας φωνήεντα δημιούργησαν το δικό τους αλφάβητο. Στη συνέχεια, το ελληνικό αλφάβητο ταξίδευσε μέσω των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας στην Ευρώπη. Το νησί, όμως, χρησιμοποίησε το ελληνικό αλφάβητο σε μεταγενέστερη εποχή, πιο ειδικά κατά τους ελληνιστικούς χρόνους.

Για τη γραφή της περιόδου τα στοιχεία είναι ανεπαρκή, λόγω της σπανιότητας των γραπτών κειμένων. Ο περιορισμένος αριθμός των γραπτών μνημείων, οφείλεται πιθανότατα στη μη διαδεδομένη συγγραφή κειμένων, αλλά και στην καταγραφή τους σε δέρμα, μ’ άλλα λόγια σε φθαρτό υλικό.

Επιπρόσθετα, σημαντική θέση στον τομέα του πολιτισμού κατέχει η αγγειοπλαστική της εποχής. Ειδικότερα, την εποχή αυτή τα πλείστα αγγεία είναι «τροχηλάτα» και φέρουν κυρίως γεωμετρική διακόσμηση, για παράδειγμα, γραμμές, ρόμβους, ομόκεντρους κύκλους. Αρχικά, ο γεωμετρικός διάκοσμος προστίθεται στη λευκή ή λευκοκόκκινη επιφάνεια του αγγείου. Στα τέλη, όμως, της εποχής, τα αγγεία ακολουθούν το ζωγραφικό ρυθμό, φέρουν “σχηματοποιημένες μορφές ανθρώπων, ζώων και φυτών πλαισιωμένες από γεωμετρικά σχήματα”. Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο πως σε μερικά από τα αγγεία αποτυπώνονται θέματα από άλλους ανεπτυγμένους τομείς, όπως την μεταλλοτεχνία και την υφαντική.

Τέλος, πρέπει να τονιστεί πως τα αγγεία της εποχής ενσωματώνουν ανατολικές και ελληνικές επιδράσεις, οι οποίες αποτελούν ισχυρούς μάρτυρες της επικοινωνίας του νησιού με την Ανατολή, αλλά και με τον ελλαδικό χώρο. Παράλληλα, έχουν εντοπιστεί ορισμένα αγγεία φοινικικής τέχνης. Χάρη στους Φοίνικες έμπορους σημαντικά έργα τέχνης του νησιού, πέρα από αγγεία, ταξίδευσαν σ’ όλες τις μεσογειακές χώρες.

Πηγές:
Ιστορία της Κύπρου, Από τη Νεολιθική μέχρι και τη Ρωμαϊκή Εποχή, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 2001
Ιστορία της Κύπρου για το Γυμνάσιο, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1994

Η αρχαϊκή περίοδος αποτελεί την απαρχή της εξέλιξης της ελληνικής τέχνης και εκτείνεται από το 750 π.Χ έως το 475π.Χ. Η κυπροαρχαϊκή περίοδος σηματοδοτείται από το διαδοχικό πέρασμα Ασσυρίων, Αιγυπτίων και Περσών κατακτητών. Παρoλαυτά, οι κύπριοι βασιλείς κατάφεραν να διατηρήσουν την αυτονομία τους, με αντάλλαγμα την πληρωμή του φόρου υποτέλειας στον κάθε κατακτητή. Πρέπει να σημειωθεί πως τα βασίλεια της Κύπρου παρέμειναν ανεξάρτητα μονάχα από τα μέσα του 7ου έως και τα μέσα του 6ουαι. Είναι επίσης αξιοσημείωτο πως παρά την πολιτική αστάθεια, το νησί την περίοδο αυτή επιδόθηκε με επιτυχία στον τομέα του πολιτισμού.

Στις απαρχές του 8ουαι., όπως μαρτυρούν επιγραφές, καταφθάνει ο ασσύριος κατακτητής Σαργόν Β΄, ο οποίος εξανάγκασε σε φόρο υποτέλειας δέκα βασίλεια του νησιού.

Μετά από ένα σύντομο διάστημα “ανεξαρτησίας”, η Κύπρος υποτάσσεται σ’ ένα αιγύπτιο κατακτητή. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, την περίοδο της αιγυπτιακής κατάκτησης, έλαβε χώρα και η επίσκεψη του αθηναίου νομοθέτη Σόλωνα, ο οποίος έτυχε της φιλοξενίας του κύπριου βασιλιά Φιλόκυπρου. Τότε, πιστεύεται πως ο Σόλωνας συμβούλεψε το Φιλόκυπρο, να ιδρύσει νέα πόλη με τ’ όνομα του, εξ ου και οι Σόλοι.

Η περσική κυριαρχία (546π.Χ) διαδέχεται την αιγυπτιακή, με επικεφαλή τον Κύρο Β΄. Οι κύπριοι βασιλείς διείδαν τις επεκτατικές διαθέσεις των Περσών, γι’ αυτό αποφάσισαν να προβούν στην αναγνώριση της περσικής κυριαρχίας. Επιπρόσθετα, συμμετείχαν στην εκστρατεία των Περσών κατά της Καρίας και άλλων γειτονικών περιοχών.

Ο Κύρος Β΄, παραχωρεί στους κύπριους βασιλείς, αφενός το δικαίωμα να διαχειρίζονται ελεύθερα τις εξωτερικές τους υποθέσεις και αφετέρου να κόβουν νομίσματα επιλέγοντας οι ίδιοι έμβλημα . Τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν από τον Ευαγόρα της Σαλαμίνας, πρωτεύουσας του νησιού για 1000 χρόνια.

Τον 5οναι. στο νησί εκδηλώθηκε επανάσταση κατά των Περσών με επικεφαλή τον Ονήσιλο, αδελφό του βασιλιά της Σαλαμίνας, Γόργο. Ο Ονήσιλος, αφού εκθρόνισε τον αδελφό του, συνένωσε τα κυπριακά βασίλεια, θέτοντας ως βασικό μέλημα του την κατάλυση της περσικής κυριαρχίας στο νησί. Η προσπάθεια, όμως, εκδίωξης του περσικού ζυγού οδηγήθηκε σε αποτυχία.

Όσον αφορά τον τομέα του πολιτισμού, όπως προαναφέρθηκε, το νησί άκμασε, με αποκορύφωμα το διάστημα από τον 8ον μέχρι τον 7οναι.π.Χ, γνωστό και ως “χρυσή εποχή”. Η πολιτισμική άνθιση σχετίζεται κυρίως με τη διατήρηση της αυτονομίας των κυπριακών βασιλείων, αλλά και με τις εμπορικές και πολιτιστικές συναλλαγές, τόσο με το Αιγαίο όσο και με την Ανατολή.

Την εποχή αυτή κατασκευάστηκαν τα πρώτα κυπριακά γλυπτά από ασβεστόλιθο, στα οποία -ακόμη και σήμερα- διακρίνονται χρώματα στις λεπτομέρειές τους. Το μειδίαμα των κυπριακών γλυπτών, μαρτυρεί την επίδραση της ελληνικής αρχαϊκής τέχνης στην κυπριακή γλυπτική. Η κεραμική στο νησί γνωρίζει ιδιαίτερη άνθιση από το τέλος του 7ουαι. μέχρι και τις αρχές του 6ουπ.Χ. με χαρακτηριστικό γνώρισμα τη διακόσμηση σε ελεύθερα ζωγραφικό ρυθμό. Τα αγγεία διακοσμούνται με άνθη, ταύρους αλλά και με πουλιά, τα οποία εμφανίστηκαν στην αγγειογραφία, ήδη από την ύστερη εποχή του χαλκού.

Την ίδια εποχή, παράλληλα με την τέχνη αναπτύχθηκε και η πνευματική δημιουργία και κυρίως η ποίηση. Οι κύπριοι ποιητές, Στασίνος και Εύκλος έγραψαν στην αρκαδοκυπριακή διάλεκτο, στον πρώτο μάλιστα, σύμφωνα μ’ ορισμένους μελετητές, αποδίδονται και τα κυπριακά έπη.

Πηγές:
Ιστορία της Κύπρου, Από τη Νεολιθική μέχρι και τη Ρωμαϊκή Εποχή, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 2001
Ιστορία της Κύπρου για το Γυμνάσιο, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1994

Κατά τη διάρκεια της κυπροκλασικής περιόδου από το 475π.Χ έως το 325π.Χ, σημειώθηκαν μια σειρά από προσπάθειες εκδίωξης του περσικού ζυγού από το νησί. Η απελευθέρωση της Κύπρου από τους Πέρσες, πραγματοποιήθηκε στα τέλη της κυπροκλασικής περιόδου -332π.Χ με τη βοήθεια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στο μεταξύ, είχαν μεσολαβήσει αποτυχημένες προσπάθειες εκδίωξης των Περσών, αρχικά με επικεφαλείς τους Έλληνες και έπειτα με το βασιλιά Ευαγόρα.

Σαφέστερα, οι Έλληνες μετά τη νίκη τους επί των Περσών στην Ελλάδα κατά τους περσικούς πολέμους, ανέλαβαν να απαλλάξουν τις ελληνικές περιοχές, εκ των οποίων και την Κύπρο, από την περσική κυριαρχία. Το 478π.Χ, έλαβε χώρα η πρώτη εκστρατεία εκδίωξης των Περσών από το νησί, με επικεφαλή τον Σπαρτιάτη Παυσανία και τους Αθηναίους, Κίμωνα και Αριστείδη. Οι Έλληνες κατάφεραν να απελευθερώσουν πολλές πόλεις με την βοήθεια κατοίκων τους. Μόλις όμως οι Έλληνες αποχώρησαν από το νησί, οι Πέρσες ανακατέλαβαν την εξουσία.

Έπειτα, οι Σπαρτιάτες εγκατέλειψαν τον αγώνα, αφήνοντας τους Αθηναίους μόνους να υπερασπιστούν το νησί. Το 450/449π.Χ, οι αθηναίοι στρατηγοί Κίμωνας και Αναξικράτης, ηγήθηκαν νέας εκστρατείας απελευθέρωσης. Οι Αθηναίοι καταναυμάχησαν το στόλο Κυλίκων και Φοινίκων στις ακτές της Πάφου, κατέκτησαν το Μάριο, ελευθέρωσαν τους Σόλους και πολιόρκησαν το Κίτιο.

Η πολιορκία του Κιτίου συνδέθηκε με τη φράση “και νεκρός ενίκα”. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, ο Κίμων ασθένησε σοβαρά και πέθανε. Ο θάνατος του Κίμωνα κρατήθηκε μυστικό από τους στρατιώτες, με σκοπό να αποφευχθεί η πτώση του ηθικού τους. Οι Αθηναίοι, αφού έλυσαν την πολιορκία του Κιτίου, πέτυχαν την καταναυμάχηση του περσικού και φοινικικού στόλου στ’ ανοικτά της Σαλαμίνας. Στην τελευταία ναυμαχία, έπεσε μαχόμενος ο στρατηγός Αναξικράτης. Παρόλαυτα, η νίκη αποδόθηκε στον Κίμωνα εξού και η φράση “και νεκρός ενίκα”.

Μετά τη νίκη των Αθηναίων υπογράφηκε η “ειρήνη του Καλλία”, η οποία όρισε τον τερματισμό των επιχειρήσεων μεταξύ των εμπολέμων. Επίσης, η συνθήκη υποχρέωσε τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν κάθε διεκδίκηση τους από το νησί. Με τον τρόπο αυτό, οι Πέρσες παρέμειναν κυρίαρχοι στο νησί, έχοντας ακόμη σκληρότερη στάση.

Σαφέστερα, οι Πέρσες, μετά την “ειρήνη του Καλλία” ενίσχυσαν την ανθελληνική πολιτική τους πετυχαίνοντας την αυξανόμενη επιρροή των Φοινίκων. Στα χρόνια αυτά, η Σαλαμίνα περιέπεσε σε πνευματικό αλλά και οικονομικό μαρασμό. Τότε ο Ευαγόρας, απόγονος της βασιλικής οικογένειας των Τευκρίδων, οργάνωσε την εκδίωξη του σφετεριστή του θρόνου της Σαλαμίνας προσδοκώντας να εκριζώσει κάθε “εκβαρβαριστικό” στοιχείο αλλά και να εδραιώσει το φιλελληνικό πνεύμα.

Ο Ευαγόρας οραματίστηκε τη δημιουργία ενός ενιαίου κυπριακού κράτους, απαλλαγμένου από την περσική κυριαρχία. Αφού ένωσε τα βασίλεια, ο Ευαγόρας ξεκίνησε την προσπάθεια απελευθέρωσης του νησιού. Η πιο αποφασιστική αντιμετώπιση των Περσών έλαβε χώρα, στο Κίτιο το 381π.Χ. Η τελική έκβαση της μάχης στράφηκε υπέρ των Περσών, παρόλο που αρχικά οι δυνάμεις του Ευαγόρα υπερίσχυσαν. Τότε, ο Ευαγόρας αναζήτησε συμμάχους καταφέρνοντας να αποσπάσει μόνο πενιχρή χρηματική βοήθεια.

Παρόλο που ο Ευαγόρας έμεινε αβοήθητος, συνέχισε αμυντικό αγώνα έως και το 380/379π.Χ. Στη συνέχεια όμως κατάλαβε πως η μοναδική λύση ήταν η σύναψη συμφωνίας με τον πέρση βασιλιά. Η συμφωνία, γνωστή ως “ειρήνη με το Μέγα βασιλέα”, χαρακτηρίστηκε ως έντιμη γιατί υπογράφηκε μεταξύ βασιλιάδων, εφόσον ο Ευαγόρας δεν αντιμετωπίστηκε ως “δούλος”. Πρέπει να σημειωθεί πως ο πέρσης βασιλιάς είχε ως τακτική του να σκοτώνει τους αποστάτες, χωρίς καν να προβαίνει στη διαδικασία διαπραγμάτευσης μαζί τους.

Ο Ευαγόρας, σύμφωνα με την “ειρήνη με το Μέγα Βασιλέα”, υποχρεωνόταν να εγκαταλείψει την εξουσία στις πόλεις που ήταν υποταγμένες σ’ αυτόν, εκτός από τη Σαλαμίνα. Επίσης, υποχρεώθηκε να πληρώσει μεγαλύτερο φόρο απ’ ότι στα προηγούμενα χρόνια, στον τότε πέρση βασιλιά, Αρταξέρξη.

Όπως συνάγεται από τα παραπάνω, η προσπάθεια του Ευαγόρα για δημιουργία κράτους ανεξάρτητου από τους Πέρσες, απέτυχε. Παρολαυτά, ο Ευαγόρας κατάφερε να διαδώσει τον ελληνικό πολιτισμό, τόσο στην Κύπρο όσο και στις γειτονικές χώρες. Η εδραίωση του φιλελληνικού πνεύματος διαφαίνεται μέσα από τις συχνές επισκέψεις ανθρώπων των τεχνών, αλλά και από την εισαγωγή του ελληνικού αλφαβήτου, λόγου χάρη τα νομίσματα του Ευαγόρα φέρουν το αρχικό του γράμμα σε ελληνικό αλφάβητο.

Το όραμα του Ευαγόρα Α΄ για απαλλαγή από την περσική κυριαρχία πραγματοποιήθηκε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Οι Κύπριοι βασιλείς, ο Πνυταγόρας, εγγονός του Ευαγόρα, Ανδροκλής της Αμαθούντας και ο Πασικράτης των Σόλων, παραχωρούν ναυτική βοήθεια στο Μέγα Αλέξανδρο, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Τύρου.

Η κατάληψη της Τύρου ήταν καθοριστικής σημασίας για τα επεκτατικά σχέδια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στην Ανατολική Μεσόγειο. Τελικά η Τύρος καταλήφθηκε με τη ενεργή συμβολή των ναυτικών δυνάμεων των κυπρίων βασιλέων. Γ’ αυτό και ο Μέγας Αλέξανδρος, προχώρησε στην γενναιόδωρη ανταμοιβή των κύπριων βασιλέων. Ειδικότερα, οι κύπριοι βασιλείς, στο εξής θ’ αποφάσιζαν αυτόνομα για τις υποθέσεις τους, αν και ολόκληρο το νησί προσαρτήθηκε από το Μέγα Αλέξανδρο.

Πηγές:
Ιστορία της Κύπρου, Από τη Νεολιθική μέχρι και τη Ρωμαϊκή Εποχή, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 2001
Ιστορία της Κύπρου για το Γυμνάσιο, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1994

(325 – 330π.Χ)

Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου -323π.Χ ξέσπασαν μια σειρά από πολέμους μεταξύ φιλόδοξων διαδόχων της επικράτειας του. Ο Πτολεμαίος, ο Λαγού, σατράπης της Αιγύπτου και ο Αντίγονος, σατράπης της Μεγάλης Φρυγίας, διεκδίκησαν την κυριαρχία στο νησί. Τελικά, επικράτησε ο Πτολεμαίος, εξού και η περίοδος της Πτολεμαιοκρατίας, κατά τη διάρκεια της οποίας ο μακραίωνος θεσμός της βασιλείας, αντικαθίσταται από την απολυταρχία. Η ελληνική επίδραση διαφαίνεται έντονα στον τομέα του πολιτισμού.

Οι διεκδικητές του νησιού δίχασαν τους βασιλείς του, άλλοι τάχθηκαν με το μέρος του Πτολεμαίου και άλλοι με το μέρος του Αντίγονου. Ο Πτολεμαίος, ανέθεσε στον αδελφό του, Μενέλαο, να καταλάβει όσα βασίλεια αντιτάχθηκαν στην εξουσία του, όπως την Κερύνεια, το Μάριο, Κίτιο. Ο Πτολεμαίος, κατέστρεψε το Κίτιο, σκότωσε το βασιλιά του Πουμιάθωνα, τερματίζοντας με αυτό τον τρόπο την εξουσία των Φοινίκων. Ο ίδιος μάλιστα προκάλεσε ολοκληρωτική καταστροφή στο Μάριο, γι’ αυτό και οι κάτοικοι της περιοχής μετακινήθηκαν στην Πάφο.

Τελικά, ο Πτολεμαίος αφού κατάφερε να υποτάξει ολόκληρο το νησί, προσέφερε στο βασιλιά της Σαλαμίνας, Νικοκρέοντα, τις πόλεις και τα έσοδα των “τιμωρημένων πόλεων”, όσων δηλαδή δεν τον υπερασπίστηκαν. Όταν όμως εγκαταστάθηκε ο Μενέλαος, στο νησί φέροντας τον τίτλο του “στρατηγού”, που αρχικά ανήκε στο Νικοκρέοντα, ο τελευταίος φαίνεται πως δυσαρεστήθηκε.

Στη συνέχεια, ο Πτολεμαίος φοβούμενος πως ο Νικοκρέοντας περιήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον Αντίγονο, με στόχο την ανακατάληψη της ανεξαρτησίας του, διέταξε την θανάτωση του. Για το σκοπό αυτό, άνδρες του Πτολεμαίου εισέβαλαν στο παλάτι του και τον ανάγκασαν να αυτοκτονήσει. Ο θάνατος του συνδέεται με το τραγικό τέλος του οίκου των Τευκρίδων ή αλλιώς του οίκου του Ευαγόρα. Σαφέστερα, αμέσως μετά το θάνατό του, η σύζυγος του Αξιοθέα σκότωσε τις θυγατέρες της και στη συνέχεια αυτοκτόνησε. Το ίδιο τέλος με τον Νικοκρέοντα επέλεξαν και τ’ αδέλφια του.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί πως ο Διόδωρος ο Σικελιώτης συνδέει την προαναφερόμενη ιστορία με τον Νικοκλή αντί με τον Νικοκρέοντα της Σαλαμίνας. Αυτό που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι πως το συγκεκριμένο τραγικό γεγονός, συνδέεται με το τέλος του μακραίωνου θεσμού της βασιλείας και την άμεση κυριαρχία του Πτολεμαίου -311-310π.Χ.

Η κατάκτηση του νησιού από τον Πτολεμαίο, δεν αποτέλεσε εμπόδιο στις βλέψεις του αντιπάλου του, Αντιγόνου. Ειδικότερα, στο νησί έφτασε ο γιος του Αντίγονου, Δημήτριος, ο οποίος καταναυμάχησε το στόλο του αντιπάλου έξω από το λιμάνι. Μετά την επιτυχή έκβαση της ναυμαχίας, ο Αντίγονος και ο Δημήτριος κατάφεραν να κυριαρχήσουν το νησί για δώδεκα χρόνια, μέχρι και το 294π.Χ, που οι Πτολεμαίοι ανακτούν την κυριαρχία.

Το 294π.Χ αποτελεί την απαρχή της “Πτολεμαιοκρατίας”, με άλλα λόγια το νησί στο εξής θεωρείτο επαρχία του κράτους των Πτολεμαίων. Ακολούθησε μια περίοδος αναταραχών μεταξύ των οικού των Πτολεμαίων, η οποία τερματίστηκε με την κατάληψη του νησιού από τους Ρωμαίους το 58π.Χ.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Πτολεμαίοι επέφεραν μια σειρά από αλλαγές σε πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο. Στο νησί, όπως έχει αναφερθεί, καταργήθηκε ο θεσμός της βασιλείας για ν’ αντικατασταθεί από την απολυταρχία. Παρολαυτά, οι πόλεις φαίνεται πως διατήρησαν ένα είδος αυτοδιοίκησης, έστω και περιορισμένης, γεγονός που μαρτυριέται από την ύπαρξη τόσο βουλής όσο και δήμου.

Ταυτόχρονα, εισήχθηκαν νέοι θεσμοί αφενός του “γυμνασιάρχου” και αφετέρου του “Κοινού των Κυπρίων”. Σαφέστερα, ο “γυμνασιάρχης” συνήθως εύπορος πολίτης, αναλάμβανε την σωματική και πνευματική αγωγή των νέων στα “γυμνάσια”- χώροι εκγύμνασης, τα οποία διέθεταν, για παράδειγμα, στοές και λουτρά. Το “Κοινό των Κυπρίων” αποτέλεσε ισχυρό δεσμό μεταξύ μιας ομάδας, πιθανότατα, του συνόλου του κυπριακού στρατού. Η σύνδεση του «Κοινού» με το στρατό συνάγεται από τη συχνή χρήση της φράσης “Κοινό των Κυπρίων” στις βάσεις αγαλμάτων.

Επίσης, στα χρόνια των Πτολεμαίων κυριάρχησαν οι ελληνιστικοί ρυθμοί στην κυπριακή τέχνη, γεγονός που φανερώνει ότι μερικοί κύπριοι γλύπτες μαθήτευσαν σε ελληνικά εργαστήρια γλυπτικής.

Την ίδια εποχή, έδρασε κυρίως στην Αθήνα, ο κύπριος φιλόσοφος Ζήνων, γνωστός και με την επωνυμία “Κιτιεύς”. Γενικά, στο νησί όπως αναφέρουν πρωτογενείς πηγές, άκμασαν τα “ελληνικά γράμματα”. Παράλληλα, τη συγκεκριμένη εποχή το ελληνικό αλφάβητο αντικατέστησε την κυπροσυλλαβική γραφή.

Πηγές:
Ιστορία της Κύπρου, Από τη Νεολιθική μέχρι και τη Ρωμαϊκή Εποχή, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 2001
Ιστορία της Κύπρου για το Γυμνάσιο, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1994

(58 π.Χ – μέσα 4ου αιώνα μ.Χ)

Οι Ρωμαίοι επεδίωξαν την κατάκτηση του νησιού για πολιτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς λόγους. Την εποχή αυτή, στο νησί αναπτύχθηκε σε σημαντική πολιτιστική ζωή, όπως διαφαίνεται μέσα από τα γυμνάσια, τα θέατρα και τα στάδια διαφόρων πόλεων. Ταυτόχρονα ενισχύθηκε ο θεσμός του «Κοινού των Κυπρίων», ο οποίος ανάγεται στην ελληνιστική εποχή. Η ρωμαϊκή εποχή σηματοδοτείται από την επίσκεψη των αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα και του Ευαγγελιστή Μάρκου, οι οποίοι κατάφεραν να εκχριστιανίσουν το νησί, αλλά και την επίσκεψη της Αγίας Ελένης.

Η άρνηση του βασιλιά Πτολεμαίου να πληρώσει πενήντα τάλαντα, για να ελευθερώσει τον Πόπλιο Κλαύδιο, ο οποίος είχε συλληφθεί από πειρατές, αποτέλεσε την αφορμή για κατάληψη της Κύπρου. Όταν ο Κλαύδιος απελευθερώθηκε, κατάφερε να ανέλθει στο αξίωμα του δημάρχου της Ρώμης. Τότε, έπεισε τη Σύγκλητο να ψηφίσει νόμο που να ορίζει, πρώτον, η Κύπρος να συμπεριληφθεί στη ρωμαϊκή επαρχία και τέλος να δημευτεί ο βασιλικός θησαυρός.

Μετά το ψήφισμα, ο Κάτωνας κατέφθασε στο νησί με σκοπό να πείσει τον Πτολεμαίο να εγκαταλείψει την κυριαρχία του απ’ αυτό, και να αρκεστεί στο αξίωμα του αρχιερέα της Αφροδίτης στην Πάφο, αξίωμα μέσω του οποίου θα κέρδιζε “χρήματα και τιμές”. Ο Πτολεμαίος μετά την επίσκεψη του Κάτωνα αυτοκτόνησε. Τότε, ο Κάτωνας προέβη σε δήμευση της περιουσίας του Πτολεμαίου, την οποία εκποίησε αποκομίζοντας το σημαντικό ποσό των επτά χιλιάδες ταλάντων. Το ρωμαϊκό κράτος, εισέπραξε το κέρδος της εκποίησης, διαφεύγοντας μ’ αυτό τον τρόπο από το οικονομικό αδιέξοδο. Πρέπει να σημειωθεί πως οι Ρωμαίοι συχνά επιβάρυναν οικονομικά τους κατοίκους του νησιού, ορίζοντας βαριά φορολογία αλλά και υποχρεώνοντας τους να συντηρούν τις ρωμαϊκές δυνάμεις κατά τη στρατοπέδευση τους. Επιπλέον, οι Ρωμαίοι εκμεταλλεύτηκαν την άφθονη ξυλεία του νησιού, σε σημείο που προκάλεσαν τη δασική αποψίλωση του.

Γενικά, η περίοδος της ρωμαϊκής κυριαρχίας χαρακτηρίζεται από καταχρήσεις, αυθαιρεσίες και αδικίες των ρωμαίων αξιωματούχων. Γ’ αυτό οι Κύπριοι συχνά κατέληγαν έρμαια των ρωμαίων τοκογλύφων. Είναι χαρακτηριστικό πως ένας ρωμαίος τοκογλύφος για να εισπράξει τα χρήματα από τους οφειλέτες του προέβη στη φυλάκιση τους. Συγκεκριμένα, οι γερουσιαστές της Σαλαμίνας φυλακίστηκαν στο κτίριο της γερουσίας, πέντε μάλιστα από αυτούς πέθαναν προτού καταφέρουν να εξοφλήσουν τα χρέη τους.

Η κατάσταση στο νησί βελτιώθηκε όταν στην εξουσία ανήλθε ο Κικέρωνας, ο οποίος προχώρησε σε μία σειρά από μέτρα με σκοπό κυρίως τον περιορισμό των αυθαιρεσιών των Ρωμαίων σε βάρος των Κυπρίων. Μερικά από τα μέτρα του Κικέρωνα ήταν μείωση τόσο της φορολογίας όσο και των επιτοκίων.

Ένας σημαντικός σταθμός στην ιστορία της ρωμαϊκής εποχής θεωρείται η άφιξη των Αποστόλων Βαρνάβα και Παύλου και του Ευαγγελιστή Μάρκου, περί τα μέσα του πρώτου αιώνα μ.Χ. Χάρη σ’ αυτούς οργανώθηκε η Κυπριακή Εκκλησία και επανδρώθηκε με άξια εκκλησιαστική ηγεσία. Η τελευταία έθεσε ως στόχο της, τη διάδοση του χριστιανισμού, αλλά και την ενδυνάμωση της εκκλησίας.

Αξιοσημείωτο γεγονός θεωρείται ο εκχριστιανισμός του ανθύπατου Παύλου, ο οποίος πείσθηκε μετά από θαύμα. Μ’ άλλα λόγια το νησί αποτελεί την πρώτη χώρα με επικεφαλής χριστιανό διοικητή.

Την ίδια εποχή, η Αγία Ελένη, επισκέφθηκε το νησί, το οποίο βρισκόταν εξαθλιωμένο και ερημωμένο εξαιτίας της ανομβρίας. Σύμφωνα με την παράδοση, το πέρασμα της Αγίας Ελένης λειτούργησε λυτρωτικά για το νησί, εφόσον μετά από μακρόχρονη ανομβρία σημειώθηκαν δυνατές βροχές.

Στο διοικητικό τομέα, η Κύπρος μετά την προσάρτηση της στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία, τάχθηκε υπό του ανθύπατου της Κιλικίας. Το νησί διαχωρίστηκε σε τέσσερις επαρχίες, της «Παφίας, της Σαλαμινίας, της Αμαθουσίας και της Λαπηθίας». Οι πόλεις, δεκαπέντε στο σύνολο, αυτοδιοικούνταν με την ενεργή συμβολή της βουλής και του δήμου. Τα προαναφερόμενα σώματα ήταν αιρετά και είχαν το δικαίωμα να αποφασίζουν για την πραγματοποίηση έργων ανάπτυξης και δημόσιας ωφέλειας, αλλά και για θέματα θρησκείας, εκπαίδευσης και υγείας. Η συμβολή τους ήταν καθοριστική τόσο για την ανάπτυξη του εμπορίου, της οικονομίας, αλλά και για την πολιτιστική εξέλιξη των πόλεων τους.

Αυτή την εποχή, ενισχύθηκε και διαμορφώθηκε ο ελληνιστικός θεσμός “Κοινό των Κυπρίων”. Στο εξής, το «Κοινό» αποτελούσε μια παγκύπρια θρησκευτική οργάνωση, η οποία αναλάμβανε την πραγματοποίηση και το σχεδιασμό των εκδηλώσεων λατρείας της Αφροδίτης και των θεών του ρωμαίου αυτοκράτορα. Επίσης, είχε την ευθύνη για απόδοση τιμών στους ευεργέτες του τελευταίου, λόγου χάρη σε αυτοκράτορες, διοικητές. Ταυτόχρονα, το «Κοινό» απέκτησε και οικονομική δράση αναλαμβάνοντας την κοπή χάλκινων νομισμάτων. Αξίζει να υπογραμμιστεί πως η κοπή τόσο των ασημένιων όσο και των χρυσών νομισμάτων συγκαταλεγόταν στις αρμοδιότητες του ρωμαϊκού κράτους.

Η πολιτιστική άνθιση της εποχής μαρτυριέται από τα σημαντικά θέατρα, στάδια, αγορές και ναοί. Τα προαναφερόμενα έργα, σε συνδυασμό με τα πολυτελή ιδιωτικά σπίτια καταδεικνύουν την οικονομική ευρωστία κυρίως της άρχουσας τάξης.

Συγκεκριμένα, έχουν οικοδομηθεί τα θέατρα της Σαλαμίνας, των Σόλων και του Κουρίου, τα οποία φιλοξενούσαν γιορτές, δραματικούς αγώνες και θηριομαχίες. Παράλληλα, έχουν εντοπιστεί στάδια τόσο στο Κούριο όσο και στη Σαλαμίνα, στα οποία λάμβαναν χώρα αγώνες στίβου, λόγου χάρη ακοντίου και δισκοβολίας.

Επίσης, έχουν ανεβρεθεί ναοί, εκ των οποίων μερικοί είναι αφιερωμένοι στο θεό της ιατρικής Ασκληπιό, γνωστοί ως Ασκληπιεία. Πιθανότατα, τα Ασκληπιεία λειτουργούσαν και ως θεραπευτήρια, γεγονός που παραπέμπει και στην ενασχόληση με την ιατρική επιστήμη στην Κύπρο. Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως αγορές, οι οποίες λειτουργούσαν στις μεγάλες πόλεις ως χώροι συνάθροισης των πολιτών για ανταλλαγή απόψεων αλλά και ως εμπορικά κέντρα.

Τέλος, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ιδιωτικές οικίες, οι οποίες αποτελούνταν από πολλά δωμάτια, όπως λουτρά, τραπεζαρία, χώρους υποδοχής, αλλά και μια κεντρική αυλή. Μερικές απ’ αυτές είναι η «οικία του Ευστολίου» στο Κούριο και «η οικία του Ορφέα» στην Πάφο. Εντύπωση προκαλούν οι ψηφιδωτές παραστάσεις που κοσμούν τις προαναφερόμενες οικίες.

Πηγές:
Ιστορία της Κύπρου, Από τη Νεολιθική μέχρι και τη Ρωμαϊκή Εποχή, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 2001
Ιστορία της Κύπρου για το Γυμνάσιο, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1994

Μεσαιωνική Ιστορία

Πρωτοβυζαντινή περίοδος

Η Κύπρος, μετά τη διαίρεση του βυζαντινού κράτους, περιήλθε στην επαρχία της Ανατολής, με πρωτεύουσα την Αντιόχεια. Η πρωτοβυζαντινή περίοδος, καλύπτει χρονικά την περίοδο ανάμεσα στον 4ο και 7ο αιώνα μ.Χ. Η εποχή αυτή σηματοδοτείται από τους αγώνες για αναγνώριση του αυτοκέφαλου. Από τη πρωτοβυζαντινή περίοδο σώζονται εκκλησιαστικά μνημεία, ψηφιδωτά, έργα αργυροχοΐας και χρυσοχοΐας, μέσα από τα οποία αναδύεται το υψηλό επίπεδο του πολιτισμού.

Αρχικά, στο νησί διοριζόταν διοικητής από τον κόμη της Αντιόχειας, ενώ στη συνέχεια από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Την διοίκηση στο νησί, διευκόλυνε η διαίρεση του σε δεκατέσσερις διοικητικές περιφέρειες, εν αντιθέσει με την προηγούμενη εποχή, που υπήρχαν μονάχα τέσσερις.

Η ίδρυση της κυπριακής εκκλησίας, ήδη από το τα πρώτα χρόνια του εκχριστιανισμού του νησιού, από τους αποστόλους Πάυλο, Βαρνάβα και ευαγγελιστή Μάρκο, αποτέλεσε τη βασική αιτία για αναγνώρισή της ως αυτοδιοικούμενη. Στις αρχές, όμως του 5ου αιώνα, το Πατριαρχείο της Αντιόχειας, άρχισε να προβάλει την απαίτηση για υποταγή της Εκκλησίας της Κύπρου. Ως δικαιολογία για το προαναφερόμενο αίτημα του Πατριαρχείου παρουσιαζόταν η διοικητική υποταγή του νησιού στην Αντιόχεια. Μ’ άλλα λόγια, το Πατριαρχείο της Αντιόχειας ισχυριζόταν πως, όπως ο διοικητής της Κύπρου διοριζόταν από τον κόμη της Αντιόχειας έτσι και οι επίσκοποί της, όφειλαν να χειροτονούνται από το Πατριάρχη της Αντιόχειας.

Οι κύπριοι επίσκοποι αρνήθηκαν να υποχωρήσουν στο αίτημα του πατριάρχη. Τελικά, μετά από ενέργειες κύπριων αρχιερέων, με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Ρηγίνο, πέτυχαν την αναγνώριση του αυτοκέφαλου της Κύπρου από την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο μέσω του όγδοου κανόνα της Εφέσου, στα 431 π.Χ.

Στα 488 π.Χ, το Πατριαρχείο της Αντιόχειας επαναλαμβάνει την αξίωση για υποταγή της εκκλησίας της Κύπρου. Ο τότε αρχιεπίσκοπός του νησιού, Ανθέμιος, ενώ αναζητούσε λύση για ν’ αποκρούσει τη διεκδίκηση του Πατριάρχη οραματίστηκε το Απόστολο Βαρνάβα. Ειδικότερα, ο Απόστολος υπέδειξε στον Αρχιεπίσκοπο το σημείο ταφής του. Πράγματι, ο Αρχιεπίσκοπος, έπειτα από την καθοδήγηση του Αποστόλου, κατάφερε να βρει το αποστολικό λείψανο. Επιπλέον, πάνω στο λείψανο του Αποστόλου αντίκρισε το «κατά Ματθαίον Ιερό Ευαγγέλιον», το οποίο τοποθέτησε ο Ευαγγελιστής Μάρκος. Με την ανεύρεση του λειψάνου του Αποστόλου, o Ανθέμιος θα μπορούσε να αποδείξει τον αποστολικό χαρακτήρα της εκκλησίας του νησιού, συνεπώς και να στηρίξει το αίτημα για διατήρηση του αυτοκέφαλου.

Αμέσως μετά, ο Αρχιεπίσκοπος Ανθέμιος μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, για να ζητήσει από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα την επικύρωση του αυτοκέφαλου. Ο αυτοκράτορας συγκάλεσε έκτακτη Οικουμενική Σύνοδο, στην οποία έλαβαν μέρος και επίτροποι του Πατριαρχείου της Αντιόχειας. Η Οικουμενική Σύνοδος, στα 488, προέβη στην επικύρωση του όγδοου κανόνα της Εφέσου. Ο Ανθέμιος, τότε, για να ευχαριστήσει τον αυτοκράτορα, του χαρίζει το Ευαγγέλιο που ανεβρέθηκε μαζί με το λείψανο του Αποστόλου. Ο τελευταίος παραχωρεί στον Αρχιεπίσκοπο και στους διαδόχους του, τα αυτοκρατορικά προνόμια, να υπογράφουν με «κιννάβαριν», ή αλλιώς κόκκινο μελάνι, να φορούν ερυθρό μανδύα και να κρατούν βασιλικό σκήπτρο, στη θέση της ποιμαντορικής ράβδου.

Οι ειρηνικές συνθήκες της εποχής, η μείωση της φορολογίας, το ενδιαφέρον των αυτοκρατόρων, ιδίως του Ιουστινιανού και του Ηρακλείου, να καταστήσουν το νησί σταθμό ανεφοδιασμού στρατευμάτων, προσέδωσαν οικονομική ευρωστία. Οι άνθρωποι της εποχής μέσα σ’ αυτό το ευνοϊκό κλίμα ανέπτυξαν αρκετές τέχνες, όπως τη χαλκουργία, αργυροχοΐα και χρυσοχοΐα. Δείγματα της αργυροχοΐας και χρυσοχοΐας της εποχής, προέρχονται από δυο θησαυρούς της Λάμπουσας. Στα χρόνια μάλιστα του Ιουστινιανού, εισήχθηκε και η μεταξουργία, η οποία αποτέλεσε ένα ιδιαίτερα προσοδοφόρο τομέα της βιοτεχνίας.

Ταυτόχρονα, άνθισε η εκκλησιαστική τέχνη, η οποία στόχευε στην συνένωση του ανθρώπου με το θείο. Η πρωτοχριστιανική περίοδος, στον τομέα της αρχιτεκτονικής έχει να επιδείξει βασιλικές, οι οποίες συχνά κοσμούνται με ψηφιδωτά στο δάπεδο. Οι πλείστες εκκλησίες της παλαιοχριστιανικής περιόδου, είναι διαχωρισμένες σε τρία ή σε πέντε κλίτη. Λόγου χάρη, τριτόκλιτες βασιλικές είναι οι εκκλησίες της Παναγίας της Κανακαριάς και της Αγίας Τριάδας στη Γιαλούσα, ενώ πεντάκλιτες της Αγίας Κυριακής στην Κάτω Πάφο και του Αγίου Επιφανίου στην Κωνστάντια.

Εξαίσια δείγματα της πρωτοχριστιανικής τέχνης αποτελούν τα ψηφιδωτά, τόσο σε δάπεδα όσο και σε τοίχους. Τα μεν ψηφιδωτά στο δάπεδο φέρουν φυτικό και ζωικό διάκοσμο, αλλά και γεωμετρικά σχέδια. Είναι χαρακτηριστικά τα ψηφιδωτά δάπεδα, στις τρεις βασιλικές του Αγίου Γεωργίου της Πέγειας, της Αγίας Κυριακής στην Κάτω Πάφο και αυτής των Σόλων. Τα δε ψηφιδωτά σε τοίχο προσέδιδαν μεγαλοπρέπεια στις βασιλικές της εποχής. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται τα ψηφιδωτά της εκκλησίας της Παναγίας της Αγγελόκτιστης στο Κίτι και των τουρκοκρατούμενων εκκλησιών, της Κυράς στα Λειβάδια Αμμοχώστου και της Παναγίας της Κανακαριάς στη Λυθράγκωμη.

Πρέπει να σημειωθεί πως τα ψηφιδωτά της Κανακαριάς, μετά την τουρκική εισβολή, καταστράφηκαν και πωλήθηκαν στο εξωτερικό. Η κυπριακή δημοκρατία προχώρησε σε διαβήματα επιστροφής των μωσαϊκών στο νησί.

Τα ψηφιδωτά του νησιού αποτελούν σπάνια δείγματα βυζαντινής τέχνης, εφόσον τα πλείστα ψηφιδωτά της βυζαντινής αυτοκρατορίας καταστράφηκαν την περίοδο της εικονομαχίας, κατά τη διάρκεια της οποίας η Κύπρος ξέφυγε της μανίας των εικονοκλαστών.

Περίοδος Αραβικών Επιδρομών

Η περίοδος των αραβικών επιδρομών εκτείνεται από τα μέσα του 7ου αιώνα, 648/9 μέχρι και τα μέσα του 10ου αιώνα, 965, όταν ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς επανένταξε το νησί στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Αυτή την εποχή, η εκκλησία της Κύπρου αποτέλεσε τον εκπρόσωπο της βυζαντινής εξουσίας στο νησί, αλλά και το συμπαραστάτη στα δεινά που επέφεραν οι άραβες επιδρομείς. Την ίδια εποχή, στο Βυζάντιο ξέσπασε η εικονομαχία, η οποία συνδέεται με την καταστροφική μανία των εικονοκλαστών. Παρολαυτά, το νησί δεν επηρεάστηκε από την οργή των εικονομάχων, γ’ αυτό και αφενός αποτέλεσε καταφύγιο των κατατρεγμένων εικονολατρών και αφετέρου παρέμεινε «προσηλωμένο στην προσκύνηση των εικόνων».

Η πραγματοποίηση των επεκτατικών σχεδίων των Αράβων απαιτούσε τη μείωση της βυζαντινής δύναμης. Η κατάκτηση της Κύπρου σήμαινε για τους Άραβες την υπεροχή τους στη Μεσόγειο, εφόσον είχαν ήδη καταλάβει τρεις μεσογειακές κτήσεις της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Επίσης, με την κατάληψη του νησιού, οι Άραβες επεδίωξαν τον περιορισμό των βυζαντινών επιθέσεων στις νοτιοανατολικές αραβικές κτήσεις και την απόκτηση βάσης ανεφοδιασμού, κυρίως σε ξυλεία, τρόφιμα, έμψυχο υλικό, αλλά και συγκέντρωσης του στόλου. Ταυτόχρονα, η Κύπρος αποτέλεσε για τους Άραβες ορμητήριο για τις επιθέσεις τους στα νοτιοανατολικά σύνορα του Βυζαντίου. Μ’ άλλα λόγια, οι Άραβες διεκδίκησαν τον πλήρη έλεγχο του νησιού.

Στο διάστημα τρακοσίων χρόνων πραγματοποιήθηκαν μια σειρά από καταστροφικές επιδρομές στο νησί. Σε δυο από τις σημαντικότερες επιδρομές, τέθηκε επικεφαλής ο εμίρης της Συρίας Μοαβία, με τη πρώτη μάλιστα επιδρομή του, συνδέεται το μνημείο Χαλά Σουλτάν πλησίον της Αλυκής στη Λάρνακα. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της πρώτης επιδρομής των Αράβων, της οποίας ηγήθηκε ο Μοαβία, πολιορκήθηκε η πρωτεύουσα του νησιού, Κωνστάντια. Οι Άραβες λεηλάτησαν και κατάστρεψαν μνημεία της Κωνστάντιας, ανάμεσα τους και την εκκλησία του Αγίου Επιφανίου. Σύμφωνα μάλιστα μ’ ορισμένους μελετητές, οι Άραβες προέβησαν και στην αιχμαλωσία εκατόν είκοσι χιλιάδων Κύπριων.
Μετά την έλευση μερικών ετών, ο Μοαβία ηγήθηκε δεύτερης επιδρομής, προκαλώντας καταστροφές για ακόμη μια φορά στην Κωνστάντια, αλλά και σ’ άλλες παράκτιες πόλεις του νησιού, λόγου χάρη στην Πάφο. Η τελευταία μάλιστα είχε πληγεί από καταστροφές βασιλικών, όπως της Παναγίας της Λιμενιώτισσας, αλλά και της Αγίας Κυριακής. Αρκετοί από τους κάτοικους των κατεστραμμένων πόλεων, αναζητώντας ασφάλεια μετακινήθηκαν τόσο σε ορεινές περιοχές, όσο και στο εσωτερικό του νησιού.

Της δεύτερης καταστροφικής επιδρομής του Μοαβία, όπως μαρτυρούν μερικές πηγές, ακολούθησε η επιβολή του καθεστώτος της συγκυριαρχίας ανάμεσα στους Άραβες και τους Βυζαντινούς, στα τέλη του 7ου αιώνα, το 689. Το καθεστώς της συγκυριαρχίας όρισε πως οι προαναφερόμενοι θα προέβαιναν στον ίσο διαχωρισμό των εσόδων του νησιού. Επίσης, πως η Κύπρος θα παρέμενε ουδέτερη.

Στα 691, έλαβε χώρα η μετοικεσία του πληθυσμού του νησιού ή ενός μέρους του στην νότια ακτή της Προποντίδας, συγκεκριμένα στην Αρτάκη. Η μετοικεσία πραγματοποιήθηκε μετά από εντολή του Ιουστινιανού Β’ στα πλαίσια της προσπάθειας του να θωρακίσει τα Στενά, ούτως ώστε να αποφευχθεί η κατάκτηση της Πόλης από τους Άραβες. Ο Ιουστινιανός επεδίωξε τη δημιουργία μιας πόλης, η οποία θα λειτουργούσε, αφενός ως “κάστρο” και αφετέρου ως “ναύσταθμος”. Η πόλη αυτή θα αποτελούσε οχυρό, θα συνείσφερε στην τροφοδοσία και στο εμπόριο της βυζαντινής πρωτεύουσας. Στη Αρτάκη, η οποία μετονομάστηκε ως “Νέα Ιουστινιανή” πιστεύεται πως μεταφέρθηκαν οι κάτοικοι της πρωτεύουσας του νησιού, της Κωνστάντιας. Η επιλογή των κατοίκων της πρωτεύουσας πιθανότατα στηρίχθηκε στην εμπειρία τους, στη ναυτική αλλά και ναυπηγική τέχνη.

Παράλληλα, στη Νέα Ιουστινιανή μεταφέρθηκε το αυτοκέφαλο της εκκλησίας της Κύπρου, εξ ου και η προσθήκη της φράσης στον τίτλο του αρχιεπισκόπου της Κύπρου “Νέας Ιουστινιανής”. Ο νέος τίτλος επικυρώθηκε στον 39ον κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου και χρησιμοποιείται μέχρι τις μέρες μας.

Μερικά χρόνια αργότερα, το 699, ο βυζαντινός αυτοκράτορας Τιβέριος Γ’ διέταξε τον επαναπατρισμό των Κυπρίων επιδιώκοντας ν’ αφαιρέσει από τον τότε εξόριστο Ιουστινιανό Β’ ένα “ισχυρό έρεισμά του, την Αρτάκη”, αλλά και να επαναφέρει σε ισχύ τη συμφωνία για ουδετερότητα της Κύπρου, μειώνοντας μ’ αυτό τον τρόπο την επιθετικότητα των Αράβων.

Τη μετοικεσία διαδέχθηκε μια σύντομη περίοδος ειρήνης, η οποία το 743 ανακόπηκε από νέα επιδρομή Αράβων, με επικεφαλή τον Ουαλίντ Β’. Ουσιαστικά, από τα μέσα του 8ου αι. εγκαινιάστηκε μια νέα περίοδος αραβικών επιδρομών, διάρκειας δυο αιώνων με σύντομα διαλείμματα ειρήνης. Στα τέλη του 10ου αιώνα, στα 965, στα πλαίσια της εκστρατείας του Νικηφόρου Φωκά κατά των Αράβων, τερματίζεται οριστικά η αραβική κυριαρχία στο νησί.

Η περίοδος των αραβικών επιδρομών επέφερε δυσμενείς συνέπειες σε κοινωνικοοικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο. Οι γεωργικές αλλά και οι εμπορικές δραστηριότητες των κατοίκων του νησιού περιορίστηκαν. Ο πληθυσμός του νησιού μειώθηκε, κυρίως λόγω των σφαγών, των συχνών μετακινήσεων, αλλά και της μετοικεσίας. Αρκετές πόλεις και μνημεία υπέστησαν βίαιη καταστροφή. Επίσης, η επιθετικότητα των Αράβων προκάλεσε έντονα το συναίσθημα του φόβου και της ανασφάλειας. Όλα τα πιο πάνω, λειτούργησαν ανασταλτικά για την ανάπτυξη της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας των ανθρώπων της εποχής. Το εθνικό, όμως, και θρησκευτικό φρόνημα φαίνεται πως την περίοδο των αραβικών επιδρομών τονώθηκε.

Είναι αξιοσημείωτο πως η Εκκλησία, την περίοδο των αραβικών επιδρομών αποτέλεσε το συμπαραστάτη των δοκιμαζόμενων Κυπρίων, αλλά και το “φορέα της βυζαντινής εξουσίας στο νησί”. ΄Όταν, μάλιστα, ξέσπασε η εικονομαχία στη βυζαντινή αυτοκρατορία, η Εκκλησία ανέλαβε και το ρόλο του “θεματοφύλακα της ορθοδοξίας”. Την εποχή αυτή, αρκετοί κατατρεγμένοι από τους εικονομάχους αναζήτησαν καταφύγιο στο νησί, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως “προπύργιο της εικονολατρίας”. Γ’ αυτό, και ακμάζει στο νησί ο μοναχισμός αλλά και η ίδρυση μοναστηριών, όπως της Παναγίας των Καθάρων στο Λάρνακα της Λαπήθου.

Τέλος, την εποχή αυτή, στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική εισάγεται ο τύπος της «καμαροσκέπαστης βασιλικής», ο οποίος συναντάται στις ερειπωμένες εκκλησίες του Ριζοκαρπάσου. Επίσης, κατά το 9ο και 10ο αιώνα οικοδομήθηκαν «πολύτρουλοι ναοί», όπως ο «τρίτρουλος» του Αγίου Λαζάρου και ο «πεντάτρουλος» της Αγίας Παρασκευής στη Γεροσκήπου. Παράλληλα, παρουσιάστηκαν τα πρώτα βυζαντινά κάστρα, λόγου χάρη το φρούριο Σαράντα Κολόνες.

Κυρίως Βυζαντινή περίοδος

Μετά τη νικηφόρα έκβαση της εκδίωξης των Αράβων, με επικεφαλή το Νικηφόρο Φωκά, η βυζαντινή αυτοκρατορία πετυχαίνει την επανάκτηση της εξουσίας στο νησί. Έτσι, από τα τέλη του 10ου αιώνα έως του 12ου αιώνα το νησί υπάγεται στη βυζαντινή αυτοκρατορία, το χρονικό αυτό πλαίσιο ταυτίζεται με την κυρίως βυζαντινή εποχή. Κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής σημειώθηκαν μια σειρά από αποστασίες διοικητών, με σημαντικότερη του Ισαάκιου Κομνηνού. Στα τέλη του 12ου αιώνα, το νησί αποκόπτεται από τη βυζαντινή αυτοκρατορία, όταν περιέρχεται υπό την προσωρινή κυριαρχία του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου και των Ναϊτών. Τελικά, καταλήγει στα χέρια των Φράγκων για τους επόμενους τρεις αιώνες. Στη συνέχεια, θ’ αναφερθούν αναλυτικότερα τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου, καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά της βυζαντινής τέχνης, που άκμασε από τα τέλη του 11ου αιώνα εως και τα μέσα του 12ου αιώνα.

Σαφέστερα, η βυζαντινή αυτοκρατορία διόριζε τους διοικητές που θα κυβερνούσαν την Κύπρο, οι οποίοι όφειλαν να μεριμνούν για την ασφάλεια του νησιού, αλλά και για την άμυνα των γειτονικών περιοχών του. Οι διοικητές, γνωστοί και ως «κατεπάνω», κατάφεραν να συγκεντρώσουν μεγάλη εξουσία στα χέρια τους, γι αυτό και συχνά αποστατούσαν από τη βυζαντινή αυτοκρατορία, φιλοδοξώντας να καταστούν ανεξάρτητοι άρχοντες. Η έδρα των «κατεπάνω», μετά από απόφασή τους, ορίστηκε η Λευκωσία.

Πρώτος αποστάτησε ο Θεόφιλος Ερωτικός και τον ακολούθησε μετά την έλευση μισού αιώνα, το 1092, ο Ραψομάτης. Ο τελευταίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα φιλόδοξα σχέδια του, μετά τη σύλληψη του από αυτοκρατορικό απεσταλμένο του Αλέξιου Α’ Κομνηνό. Ο αυτοκράτορας, αμέσως μετά την καταστολή της αποστασίας, επεδίωξε τον τερματισμό των φιλόδοξων βλέψεων των διοικητών, προβαίνοντας στο διορισμό “νομοταγών, συνετών και αναγνωρισμένης αμεροληψίας” ανθρώπων στο διοικητικό κορμό του νησιού, ανάμεσά τους, ο Φιλοκάλης Ευμάθιος.

Είναι αξιοσημείωτο πως στα χρόνια του Αλέξιου Α’ Κομνηνού, ανεγέρθηκαν διάφορα κάστρα, όπως του Αγίου Ιλαρίωνα, του Βουφαβέντο και της Καντάρας, καθώς και μοναστήρια, όπως η Μονή του Κύκκου. Η προσπάθεια του Αλέξιου να καταστήσει το νησί στρατιωτικό οχυρό, συνεχίστηκε από τους Κομνηνούς διαδόχους.

Στη συνέχεια, όμως, εκδηλώθηκε μια νέα αποστασία, με επικεφαλή τον Ισαάκιο Κομνηνό, ο οποίος εκμεταλλευόμενος τις εσωτερικές διενέξεις που επικρατούσαν στο Βυζάντιο, επιδίωξε να ανακηρυχθεί ανεξάρτητος ηγεμόνας της Κύπρου. Ο συγκεκριμένος, παρουσιάζοντας πλαστές επιστολές, σύμφωνα με τις οποίες ο αυτοκράτορας ο Ανδρόνικος Α’ Κομνηνός τον διόριζε κυβερνήτη του νησιού, κατάφερε να πάρει την εξουσία. Αφού λοιπόν ο Ισαάκιος αυτοανακηρύχθηκε ανεξάρτητος κυβερνήτης, ο τότε αυτοκράτορας αλλά και ο διάδοχός του, απέτυχαν να τον απομακρύνουν από το νησί. Ο Ισαάκιος κυβέρνησε με “τυραννικό και αφάνταστα σκληρό” τρόπο, σε σημείο που οι κάτοικοι ήταν πρόθυμοι να υποταχθούν σε ξένους δυνάστες.

Πράγματι, το 1191 οι κάτοικοι του νησιού δεν αντιτάχθηκαν στην κυριαρχία του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, που βρέθηκε στο νησί στα πλαίσια της Τρίτης Σταυροφορίας καθοδόν προς τους Αγίους Τόπους. Ειδικότερα, δυο από τα καράβια του στόλου του Ριχάρδου, λόγω θαλασσοταραχής αναγκάστηκαν να προσαράξουν στα νότια παράλια της Κύπρου, στη Λεμεσό. Στο ένα εκ των δύο καραβιών βρισκόταν η αδελφή του Ριχάρδου, Ιωάννα και η αρραβωνιαστικιά του, Βερεγγάρια. Οι προαναφερόμενες αρνήθηκαν να αποβιβαστούν από το καράβι παρά τις επίμονες προσπάθειες του Ισαάκιου, φοβούμενες για τυχόν σύλληψή τους. Ο Ισαάκιος εμπόδισε τον ανεφοδιασμό του πλοίου σε νερό και σε τροφή, προφανώς για να τις αναγκάσει να υποκύψουν στο αίτημά του. Ο ίδιος μάλιστα διενήργησε αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης του πλοίου.

Όταν ο Ριχάρδος κατέφθασε στη Λεμεσό χωρίς να συναντήσει ιδιαίτερη αντίσταση αλλά και ευνοούμενος από την παρουσία Λατίνων εμπόρων στην πόλη, άρχισε την προσπάθεια κατάληψης του νησιού. Ο Ισαάκιος κατανοώντας πως η αντίσταση στους Άγγλους ήταν μάταιη, αποφάσισε να συνάψει συμφωνία με τον Ριχάρδο. Ο Ισαάκιος όμως σύντομα αθέτησε τη συμφωνία, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση του Ριχάρδου. Ο τελευταίος επιτέθηκε στο στρατόπεδο του Ισαάκιου, υποχρεώνοντάς τον να υποχωρήσει στη Λευκωσία.

Η τελευταία μάχη ανάμεσα στους δυο άνδρες έλαβε χώρα στην Τρεμετουσιά, καταλήγοντας στη νίκη των Άγγλων και τη σύλληψη του Ισαάκιου. Ο υποταγμένος κυβερνήτης, εξέφρασε την επιθυμία να μην τον δέσουν με σιδερένιες αλυσίδες. Ο Ριχάρδος πραγματοποίησε το αίτημά του διατάζοντας να τον δέσουν με ασημένιες αλυσίδες, ή όπως υποστηρίζουν άλλοι μελετητές, με χρυσές. Ο Ισαάκιος πέθανε δέσμιος στην Τρίπολη της Συρίας περί τα 1195. Η κατάληψη της εξουσίας από το Ριχάρδο αποτέλεσε και το τέλος της βυζαντινής περιόδου.

Όσον αφορά την τέχνη της κυρίως βυζαντινής περιόδου, πρέπει να σημειωθεί πως η Κύπρος γνώρισε τη δεύτερη χρυσή εποχή της βυζαντινής τέχνης, πιο απλά την τέχνη της εποχής των Μακεδόνων και των Κομνηνών. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στο νησί οικοδομήθηκαν μοναστήρια, κάστρα, αλλά και εκκλησίες, οι οποίες ξεχωρίζουν τόσο για την ποικιλία των τύπων αρχιτεκτονικής, όσο και για τις τοιχογραφίες τους.

Οι πιο αντιπροσωπευτικοί τύποι ναών, θεωρούνται του «εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλο», όπως της Παναγίας της Αγγελόκτιστης στο Κίτι, ο «οκταγωνικός ναός», όπως του Αντιφωνητή πλησίον του Αγίου Αμβροσίου και του «ελεύθερου σταυρού με τρούλο», όπως της Παναγίας της Χρυσελεούσας στην Έμπα της Πάφου. Επιπλέον, στην εποχή αυτή ανάγονται τόσο ο τύπος του «μονόκλιτου ναού με τρούλο», ο οποίος είναι αρκετά διαδεδομένος και συναντάται για παράδειγμα στο ναό της Παναγίας του Άρακα, όσο και ο τύπος της «μονόκλιτης καμαροσκέπαστης βασιλικής», λόγου χάρη της Παναγίας της Ασίνου. Οι πλείστες εκκλησίες παρουσιάζουν στην αρχιτεκτονική τους, επιδράσεις από την πρωτεύουσα του Βυζαντίου αλλά και τη Μικρά Ασία.

Η αρχιτεκτονική της κυρίως βυζαντινής περιόδου, είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη διακόσμηση, γεγονός που συνδέεται με την απόφαση του δόγματος για καθορισμό της θέσης, της κάθε διακοσμητικής σύνθεσης στην εκκλησία. Για παράδειγμα στον κεντρικό τρούλο της εκκλησίας είθισται να ζωγραφίζεται ο Χριστός ο Παντοκράτορας, πλαισιωμένος από αγγέλους και προφήτες. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον πως η διακόσμηση της εποχής, είχε διδακτικό ρόλο. Συγκεκριμένα, στόχευε να διδάξει τη θρησκεία, αλλά και να αποσπάσει την πιστή προσήλωση στο δόγμα. Αρκετοί βυζαντινοί αξιωματούχοι, ανέλαβαν παράλληλα με τα έξοδα οικοδόμησης των ναών και την διακόσμηση.

Στα μέσα του 12ου αιώνα ιδιαίτερη άνθιση γνωρίζει η αγιογράφηση των εικόνων, γεγονός που συνδέεται με την ίδρυση μοναστηριών, την πολιτική σταθερότητα, την οικονομική ακμή, αλλά και την παρουσία αξιόλογων προσώπων στο νησί, τόσο αρχιεπισκόπων όσο και διοικητών. Αμφότεροι ανέθεταν σε ζωγράφους της Κωνσταντινούπολης τη διακόσμηση των εκκλησιών, τόσο σε εικόνες όσο και σε τοιχογραφίες. Ανάμεσα στις εικόνες, ξεχωρίζουν η «εικόνα του Χριστού και της Παναγίας, της εκκλησίας της Παναγίας του Άρακα».

Τέλος, στο νησί εισήχθηκε ένα από τα χαρακτηριστικά λογοτεχνικά είδη της βυζαντινής περιόδου, τα ακριτικά τραγούδια. Η ακριτική ποίηση του νησιού σηματοδοτείται από τα κατορθώματα του Διγενή, τα οποία σώθηκαν κυρίως μέσω της προφορικής παράδοσης. Αξίζει ν’ αναφερθεί πως οι «ποιητάρηδες» κατάφεραν να διασώσουν τα ακριτικά τραγούδια, από τον 11ο αιώνα μέχρι και τις μέρες μας.

Πηγές:
Ιστορία της Κύπρου, Βυζαντινή Περίοδος, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 2001
Ιστορία της Κύπρου για το Γυμνάσιο, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1994

Το 1192 ο Γκυ ντε Λουζινιάν, μετά από τη σύντομη κυριαρχία του Ριχάρδου και των Ναϊτών, αγόρασε το νησί από τους τελευταίους, εγκαινιάζοντας την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Η Φραγκοκρατία διήρκησε μέχρι τα τέλη του 15ου αιώνα, το 1489, όταν το νησί παραχωρήθηκε στη δημοκρατία της Βενετίας. Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας το νησί υπαγόταν στην εξουσία των βασιλιάδων της δυναστείας των Λουζινιανών, με έδρα τους τη Λευκωσία. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την εισαγωγή του φεουδαρχικού συστήματος, αλλά και από την προσπάθεια αποδυνάμωσης της ορθόδοξης εκκλησίας, εγκαθιδρύοντας τη λατινική. Γενικά η περίοδος της Φραγκοκρατίας σηματοδοτείται από “τη δυστυχία, την εκμετάλλευση και την καταπίεση του ντόπιου ελληνισμού της Κύπρου”.

Ανάμεσα στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν την περίοδο αυτή, θα τύχουν ιδιαίτερης αναφοράς τα γεγονότα που σχετίζονται, με την κατάληψη της Άκρας των Μαμελούκων, την προσωρινή κατάληξη του νησιού από τους Γενουάτες, την επανάσταση του Ρε Αλέξη, με τη διαμάχη ανάμεσα στην ορθόδοξη και τη λατινική εκκλησία, αλλά και την παραχώρηση της Κύπρου στη Βενετία. Τέλος θα παρουσιαστεί με συντομία η πνευματική παραγωγή και η τέχνη της εποχής.

Ειδικότερα το 1291, επί της βασιλείας του Ερίκου Β’, έλαβε χώρα η πολιορκία της Άκρας, αλλά και η κατάληψη του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, από τους μουσουλμάνους Μαμελούκους της Αιγύπτου. Η εξέλιξη αυτή, κατέστησε το νησί ως το “μοναδικό οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό προγεφύρωμα” της Δύσης στον κόσμο της Ανατολής. Τότε, το λατινικό στοιχείο ενισχύθηκε μετά την έλευση χριστιανών, στρατιωτών, αξιωματούχων και εμπόρων. Ο Ερίκος προβαίνει στην παραχώρηση εμπορικών προνομίων στους Γενουάτες, Πισσάτες, Καταλανούς και Βενετούς, προκαλώντας δυσμενείς επιπτώσεις τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Το νησί υπέφερε από τις συνεχείς αντιζηλίες ανάμεσα στους εμπόρους. Ταυτόχρονα, χάρη στις εκτεταμένες εμπορικές συναλλαγές, εισέρεε πλούτος στο νησί.

Τον 14ον αιώνα, οι Γενουάτες με αφορμή ένα περιστατικό κατά τη διάρκεια της στέψης, εισβάλλουν στην Αμμόχωστο και σ’ άλλες πόλεις. Ειδικότερα, τη στιγμή της στέψης νέου βασιλιά, του Πέτρου Β’ στην Αμμόχωστο, οι Γενουάτες με τους Βενετούς συγκρούονται τη στιγμή της τέλεσης ενός εθίμου. Οι τελευταίοι απαίτησαν να κρατήσουν το δεξιό αντί το αριστερό χαλινάρι του αλόγου του βασιλιά την ώρα της πομπής. Τότε, οι Γενουάτες αντέδρασαν, εφόσον η παράδοση όριζε πως οι ίδιοι κατείχαν το δικαίωμα να κρατούν το δεξιό χαλινάρι. Της προαναφερόμενης σύγκρουσης, ακολούθησε η εισβολή ισχυρών ναυτικών δυνάμεων αρχικά στην Αμμόχωστο, και εν συνεχεία στη Λεμεσό και την Πάφο. Η γενουατική επίθεση επέφερε δυσμενείς επιπτώσεις, όπως την οικονομική εξάντληση κυρίως των κατοίκων της Αμμοχώστου. Μετά απ’ αυτό, η ανεξαρτησία του νησιού περιορίστηκε. Τελικά, το 1410, οι Φράγκοι προσπαθούν να ανακαταλάβουν την Αμμόχωστο και να ανορθώσουν οικονομικά το κράτος, με επικεφαλή τον Ιανό. Ο συγκεκριμένος Φράγκος βασιλιάς προέβει σε δυο αποτυχημένες επιθέσεις κατάληψης της Αμμοχώστου. Ο ίδιος όμως, κατάφερε να νικήσει τους Γενουάτες, ενώ προσπαθούσαν να κατακτήσουν τη Λεμεσό.

Το πρώτο τέταρτο του 15ου αιώνα, εκδηλώθηκαν επιδρομές από Σαρακηνούς εναντίον της Κύπρου, καθιστώντας την φόρου υποτελής στο σουλτάνο. Τότε, οι χωρικοί και οι δουλοπάροικοι του νησιού εκμεταλλευόμενοι την αναρχία που επικράτησε, επαναστάτησαν εναντίον “των πλουσίων και των Φράγκων ευγενών”. Κατά τη διάρκεια του ξεσηκωμού, οι επαναστάτες κήρυξαν ηγέτες σε όσες αγροτικές και αστικές περιοχές κατάφεραν να υποτάξουν. Ανάμεσα στους προαναφερόμενους ηγέτες ξεχώρισε ο Αλέξης, ο οποίος ανακηρύχθηκε ρήγας του Λευκονίκου, πετυχαίνοντας να υποτάξει την ύπαιθρο γι’ αυτό και η επανάσταση έγινε γνωστή ως εξέγερση του Ρε Αλέξη. Παρόλο, που οι πληροφορίες για την εξέγερση είναι περιορισμένες, φαίνεται πως σημειώθηκαν αρκετές συγκρούσεις ανάμεσα στις αντίπαλες πλευρές. Οι Φράγκοι, το 1427, θανάτωσαν τους αρχηγούς του κινήματος, πετυχαίνοντας την καταστολή των επαναστατικών εστιών.

Η ανακήρυξη της Ελένης Παλαιολογίνας ως «αντιβασίλισσα» της Κύπρου, περί τα μέσα του 15ου αιώνα, συνοδεύτηκε από φιλελληνική και φιλορθόδοξη, όπως θα παρουσιαστεί πιο κάτω, πολιτική. Η συγκεκριμένη παραχώρησε στους Έλληνες για πρώτη φορά κρατικά αξιώματα. αλλά και κατέστησε την ελληνική κυπριακή διάλεκτο ως τη γλώσσα της αυλής.

Στα τέλη του 15ου αιώνα, ο Ιάκωβος Β’ παντρεύτηκε την Αικατερίνη Κορνάρο, βενετικής καταγωγής, η οποία έμελλε να γίνει η τελευταία βασίλισσα της Φραγκοκρατίας. Συγκεκριμένα, ο Ιάκωβος Β’, ενώ η Αικατερίνη ήταν έγκυος, πέθανε αιφνίδια «με ένα κάπως ύποπτο τρόπο». Περίπου ένα χρόνο μετά, πεθαίνει και ο νόμιμος διάδοχος του Ιακώβου Β’, ο Ιάκωβος Γ’. Τότε, οι Βενετοί προβάλλοντας το “πρόσχημα” προστασίας αρχικά του νόμιμου διαδόχου και στη συνέχεια της βασίλισσας αναλαμβάνουν να διορίσουν δυο Βενετούς συμβούλους και ένα προβλεπτή, οι οποίοι στην πραγματικότητα κυβερνούσαν στη θέση της βασίλισσας. Ταυτόχρονα, η Βενετία ανέλαβε να πληρώνει τον υποτελικό φόρο προς την Αίγυπτο. Τελικά, οι Βενετοί πείθουν την Αικατερίνη να εγκαταλείψει το βασίλειό της ,παραχωρώντας της ισόβια σύνταξη και την περιοχή του Άζολου της Βενετίας. Μ’ αυτό τον τρόπο τερματίζεται η φραγκική κυριαρχία στο νησί.

Κατά τη διάρκεια της φραγκοκρατίας, όπως έχει προαναφερθεί, η λατινική εκκλησία επεδίωξε τον “αφανισμό της ορθόδοξης κυπριακής εκκλησίας”. Η σύνοδος της λατινικής εκκλησίας στη Λεμεσό κατά το 1221, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσπάθειας των Φράγκων να εξουθενώσουν τη δύναμη της εκκλησίας της Κύπρου. Ανάμεσα στις αποφάσεις της συνόδου, συγκαταλέγονται η αφαίρεση του δικαιώματος του ορθόδοξου κλήρου ν’ απολαμβάνει το φόρο της δεκάτης, αλλά και η υποχρέωση του νεοκλεγμένου ορθόδοξου κλήρου να ορκίζεται πίστη και υποταγή στους λατίνους επισκόπους της περιφέρειάς του. Μετά την έλευση ενός έτους πραγματοποιήθηκε νέα σύνοδος στην Αμμόχωστο, η οποία αφού επικύρωσε την προηγούμενη, αποφάσισε τόσο τη μείωση των ορθοδόξων επισκόπων από δεκατέσσερις σε τέσσερις, όσο και την μεταφορά των εδρών τους από τις πόλεις στα χωριά.

Η αντίσταση της κυπριακής εκκλησίας για υποταγή στη λατινική, διαφαίνεται χαρακτηριστικά μέσα από το “μαρτύριο των δεκατριών μοναχών της Καντάρας”, το 1231. Σαφέστερα, οι μοναχοί της Μονής της Παναγίας της Καντάρας διαφώνησαν με κάποιο λατίνο κληρικό για δογματικό θέμα. Τότε, ο λατίνος αρχιεπίσκοπος κάλεσε τους μοναχούς να παρουσιαστούν ενώπιον του στη Λευκωσία. Οι δεκατρείς μοναχοί οδηγήθηκαν στη φυλακή και για τρία χρόνια υποβάλλονταν σε βασανιστήρια. Με την έγκριση του Πάπα, αφού καταδικάστηκαν ως αιρετικοί κάηκαν ζωντανοί.

Με το πέρασμα των χρόνων, η διένεξη μεταξύ των δυο εκκλησιών κορυφώθηκε. Το 13ον αιώνα, το 1260, ο Πάπας Αλέξανδρος Δ’, με τη “Διάταξιν Κυπρίαν” ή “Βούλλα Κυπρίαν” επικύρωνε την “υποτέλεια της ορθόδοξης εκκλησίας” ή μ’ άλλα λόγια τις αποφάσεις των προηγούμενων συνόδων. Το μοναδικό όφελος από τη “Βούλλα”, θεωρείται η παραχώρηση του δικαιώματος άσκησης των καθηκόντων των ορθόδοξων επισκόπων, χωρίς να δέχεται επέμβαση από τη λατινική εκκλησία.

Η περίοδος της Ελληνίδας αντιβασίλισσας Ελένης Παλαιολογίνας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, συνοδεύτηκε από την ανακούφιση και την τόνωση των ορθοδόξων και της κυπριακής εκκλησίας. Η Παλαιολογίνα, σταμάτησε τις διώξεις των ορθοδόξων και γενικά επεδίωξε την ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας της εκκλησίας της Κύπρου. Είναι χαρακτηριστικό , πως πολλοί πρόσφυγες μετά την Άλωση βρήκαν καταφύγιο στο μοναστήρι των Μαγγάνων, το οποίο έτυχε οικονομικής ενίσχυσης και ανακαίνισης χάρη στην Παλαιολογίνα.

Η πνευματική παραγωγή, την εποχή αυτή, θεωρείται αξιόλογη εφόσον έχει να επιδείξει έργα, τα οποία διαθέτουν λογοτεχνική αξία και παράλληλα αποτελούν “σημαντικές πηγές για την ιστορία, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τη λαογραφία του νησιού”. Τα σημαντικότερα έργα της εποχής, θεωρούνται οι χρονογραφίες του Λεόντιου Μαχαιρά και του Γεώργιου Βουστρώνιου.

Όσον αφορά την τέχνη της εποχής, συνυπάρχουν στοιχεία από τη Δύση και το Βυζάντιο. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, αποτελεί η εκκλησιαστική αρχιτεκτoνική που ακολουθεί το γοτθικό, το βυζαντινό και το φραγκοβυζαντινό ρυθμό.. Αξίζει να σημειωθεί πως ο τελευταίος αποτελεί συγκερασμό των δυο πρώτων. Τέλος, πρέπει ν’ αναφερθεί, πως οι Φράγκοι προέβησαν στην επιδιόρθωση, στην επέκταση αλλά και στην ενίσχυση οχυρωματικών έργων, όπως των κάστρων του Αγίου Ιλαρίωνα, του Βουφαβέντο και της Καντάρας. Χαρακτηριστικό οχυρωματικό έργο των Φράγκων αποτελεί η ανέγερση του κάστρου του Κολοσσίου.

Πηγή:
Ιστορία της Κύπρου, Μεσαιωνική-Νεότερη, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1999

Νεότερη Ιστορία

Η “Γαληνότατη Δημοκρατία” εγκαινίασε επίσημα την κυριαρχία της στο νησί από τις 13 του Μάρτη 1489 έως και το 1571. Το νησί αποτέλεσε για τους Βενετούς μια σημαντική αποικία, από την οποία επεδίωκαν την όσο το δυνατό μεγαλύτερη εκμετάλλευση της. Οι Βενετοί μεριμνούσαν για την κατοχή του νησιού, αφενός κατανοώντας τη σημασία του ως εμπορικό κέντρο της Μεσογείου και αφετέρου επιθυμώντας τη συνέχιση της συλλογής των φόρων. Γενικά, η οικονομική αλλά και πνευματική ζωή του νησιού οδηγήθηκε σε παρακμή, ενώ η τέχνη ενσωμάτωσε και στοιχεία παρμένα από τη Δύση. Πρέπει να σημειωθεί πως η απειλή της τουρκικής κατάληψης του νησιού ήταν εμφανής σ’ όλη τη διάρκεια της Βενετοκρατίας. Στη συνέχεια, θα παρουσιαστούν πιο αναλυτικά, προσπάθειες απόκρουσης των συνεχών τουρκικών επιθέσεων αλλά και τα οχυρωματικά έργα των Βενετών.

Σαφέστερα, μέχρι και το 1570, που πραγματοποιήθηκε η πιο καθοριστική τουρκική εκστρατεία κατά της Κύπρου, οι Τούρκοι ακολούθησαν την πολιτική της προπαγάνδας επιδιώκοντας να προετοιμάσουν το έδαφος για κατάκτηση του νησιού. Το 1539 μάλιστα, έλαβε χώρα καταστροφική επιδρομή των Τούρκων στη Λεμεσό.

Το 1570, η Τουρκία απέστειλε τελεσίγραφο στη Βενετία, με το οποίο ζητούσε την παράδοση του νησιού. Η τελευταία αρνήθηκε να υπακούσει στο τουρκικό αίτημα και προχώρησε χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία στην αναζήτηση συμμάχων. Ο Λαλά Μουσταφά, ένας από τους επικεφαλείς της τουρκικής εκστρατείας στην Κύπρο, έθεσε ως στόχο του την πολιορκία της Λευκωσίας και της Αμμοχώστου.

Πράγματι, από τις 25 Ιουλίου έως και τις 9 Σεπτεμβρίου του 1570, πολυάριθμος τουρκικός στρατός, περί τις εκατό χιλιάδες, προέβη στην πολιορκία της Λευκωσίας, της οποίας η άμυνα βρισκόταν υπό την ευθύνη του τοποτηρητή Νικόλαου Δάνδολου. Παρά τις ηρωικές προσπάθειες τριών χιλιάδων πολιτών, ανάμεσα τους ευγενείς και κληρικοί, η “αναξιότητα” του Δάνδαλου σε συνδυασμό με την ανεπαρκή οργάνωση οδήγησαν στην πτώση της πόλης. Στο σημείο που υψώθηκε η τουρκική σημαία ως έμβλημα της νίκης από τον μπαϊρακτάρη -τον τούρκο δηλαδή σημαιοφόρο- οικοδομήθηκε το τέμενος Μπαϊρακτάρη.

Μετά την κατάληψη της Λευκωσίας, ακολούθησαν λεηλασίες και σφαγές, με θύματα τα οποία ανέρχονται στις είκοσι χιλιάδες ανάμεσα τους γυναικόπαιδα, ο τοποτηρητής και ο επίσκοπος Πάφου Φραγκίσκος Κονταρίνι. Οι ωραιότεροι μάλιστα νέοι και νέες οδηγήθηκαν σε πλοία στην Αμμόχωστο με σκοπό να σταλούν “με άφθονα λάφυρα ως δώρο στο Σουλτάνο”. Σύμφωνα με την παράδοση, αρκετά από τα πλοία, τα οποία επέφεραν αιχμαλώτους ανατινάχθηκαν πριν την αναχώρηση τους, χάρη στην ενέργεια μιας νεαρής, της Μαρίας Συγκλητικής. Σαφέστερα, η νεαρή έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη του πλοίου.

Η Κερύνεια αμέσως μετά την κατάληψη της Λευκωσίας, παραδόθηκε στους Τούρκους χωρίς να προβάλει αντίσταση. Εν αντιθέσει, στην Αμμόχωστο, οι Τούρκοι συνάντησαν τη σθεναρή αντίσταση των κατοίκων της η οποία διήρκησε γύρω στους ένδεκα μήνες, από τις 16 του Σεπτέμβρη έως 1 Αυγούστου 1571. Επικεφαλείς της άμυνας της πόλης ήταν ο «καπιτάνος» της Αμμοχώστου Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος και ο γενικός αρχιστράτηγος Αστόρε Μπαλιόνε, οι οποίοι προτού καταφθάσουν οι Τούρκοι ανέλαβαν την οργάνωση της πόλης. Οι αμυνόμενοι ανέρχονταν σε επτά χιλιάδες ενώ οι επιτηθόμενοι στις διακόσιες πενήντα χιλιάδες. Παρόλαυτά, οι πρώτοι κατάφεραν να προκαλέσουν απώλειες στον τουρκικό στρατό περί τις ογδόντα χιλιάδες.

Την πρώτη Αυγούστου του 1571, όταν τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια εξαντλήθηκαν, οι αμυνόμενοι αποφάσισαν να παραδοθούν. Η παράδοση συνοδεύτηκε από τη συμφωνία, η οποία όριζε πως οι Βενετοί θα μεταφέρονταν στην Κρήτη και οι Έλληνες θα παρέμεναν στην πόλη τους διατηρώντας την ελευθερία και τη θρησκεία τους. οι Τούρκοι δε σεβάστηκαν τη συμφωνία όπως αναδύεται μέσα από τα γεγονότα, παρόλο που δεσμεύτηκαν με όρκο. Συγκεκριμένα, για άλλη μια φορά στην Αμμόχωστο έλαβαν χώρα σφαγές, λεηλασίες και τον Βραγαδίνο τον υπέβαλαν σε βασανιστήρια μέχρι θανάτου. Με την άλωση της Αμμοχώστου, το νησί περνά στα χέρια των Τούρκων.

Πρέπει να σημειωθεί πως καθ’ όλη τη διάρκεια των τουρκικών επιθέσεων, κυρίως προς το τέλος της περιόδου, οι Βενετοί μερίμνησαν για την οχύρωση του νησιού. Προσάρμοσαν τα ήδη υπάρχοντα οχυρωματικά έργα στις “νέες αμυντικές ανάγκες που υπαγόρευε η χρησιμοποίηση του πυροβολικού”. Επιπρόσθετα, προχώρησαν στη συντήρηση οχυρώσεων αλλά και στην ανέγερση νέων τειχών στη Λευκωσία μικραίνοντας την προηγούμενη περίμετρο τους κατά το ένα τέταρτο. Τα τείχη της Λευκωσίας, πλαισιώθηκαν από τάφρο και είχαν έντεκα προμαχώνες. Τα ονόματα των προμαχώνων συμπίπτουν μ’ αυτά των ντόπιων ευγενών που χρηματοδότησαν το κτίσιμο τους. Τα τείχη είχαν μοναχά τρεις εισόδους τις πύλες Πάφου, Αμμοχώστου και Κερύνειας. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως η Αμμόχωστος ήταν μια από τις πιο καλά οχυρωμένες πόλεις του νησιού, γεγονός που οφείλεται στην πεποίθηση των Βενετών πως θα δεχόταν πρώτοι την τουρκική επίθεση.

Η Τουρκοκρατία στο νησί, άρχισε το 1571 μετά την κατάληψη της Αμμοχώστου και ολοκληρώθηκε το 1878 με την παραχώρηση της Κύπρου στην Αγγλία. Η περίοδος της Τουρκοκρατίας χαρακτηρίζεται από «φυσικές και πολιτικές θεομηνίες». Την εποχή αυτή, αποκαταστάθηκε η ορθόδοξη εκκλησία με την παραχώρηση προνομίων. Τόσο η εκκλησία όσο και ο «θεσμός της δραγομανίας» αποτέλεσαν τους θεματοφύλακες της θρησκευτικής και εθνικής συνείδησης των υποδούλων. Με το ξέσπασμα της επανάστασης του 1821, οι Έλληνες του νησιού υπέστησαν μια μεγάλη δοκιμασία, όπως διαφαίνεται από τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν την 9η Ιουλίου.

Σαφέστερα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το αυτοκέφαλο της εκκλησίας της Κύπρου αναγνωρίστηκε, καθώς και τα βασικά δικαιώματα των Ελλήνων επισκόπων. Την ίδια εποχή παραχωρήθηκαν μια σειρά από προνόμια στην εκκλησία της Κύπρου, όπως η είσπραξη και κατανομή των φόρων από τους πιστούς αλλά και η άσκηση δικαστικής εξουσίας από τον αρχιεπίσκοπο και τους υπόλοιπους αρχιερείς στα θρησκευτικά και αστικά θέματα. Ταυτόχρονα, στην εκκλησία δόθηκε πέρα από την εκκλησιαστική εξουσία και κοσμική, αποκτώντας με αυτό τον τρόπο και εθναρχικό ρόλο. Η εκκλησία της Κύπρου, όμως, υποχρεώθηκε να συγκρατεί το ποίμνιο “σε τάξη και σε υποταγή”.

Κατά την ίδια εποχή εγκαθιδρύθηκε και ο θεσμός της δραγομανίας, ο οποίος λειτουργούσε ως ο μεσολαβητής μεταξύ των Ελλήνων κατοίκων και των Τούρκων. Ο δραγομάνος είχε το δικαίωμα να καταγγείλει στο σουλτάνο τις αυθαιρεσίες των Τούρκων πασάδων. Ανάμεσα στα σημαντικότερα καθήκοντα του δραγομάνου ήταν η απογραφή του πληθυσμού, η καταγραφή και η εκτίμηση της περιουσίας των Ελλήνων. Επιπλέον, ο δραγομάνος ήταν υπεύθυνος για την κατανομή και την είσπραξη των φόρων από τους χριστιανούς. Ο συγκεκριμένος θεσμός διατηρήθηκε μέχρι και το 1821.

Ο σημαντικότερος από τους δραγομάνους του νησιού θεωρήθηκε ο Χ”Γιωργάκης Κορνέσιος, ο οποίος άσκησε το αξίωμα του από το 1780 έως και το 1808. Ο Κορνέσιος, ξεχωρίζει τόσο για τις πολιτικές του ικανότητες όσο και για τις συνεχείς προσπάθειες του να προστατέψει τους υπόδουλους ορθοδόξους. Το μεγαλύτερο μάλιστα μέρος των χρημάτων του χρησιμοποιήθηκε για ευεργεσίες υπέρ των υποδούλων, την οικοδόμηση εκκλησιών αλλά και τις δωρεές σε αυτές. Επίσης, ένα αρκετά μεγάλο χρηματικό ποσό το διέθεσε στη συντήρηση του “Ελληνομουσίου”. Ο σημαντικός αυτός δραγομάνος έπεσε θύμα μηχανορραφιών. Αφού συνελήφθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αποκεφαλίστηκε παρόλο που λίγες ώρες πριν το θάνατο του στάλθηκε σουλτανικό διάταγμα σωτηρίας του, παρακινημένο από πρέσβεις της Αγγλίας και της Ρωσίας.

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της Ελληνικής Επανάστασης, ειδικότερα κατά τη σύσταση της Φιλικής Εταιρείας, αρκετοί Έλληνες κάτοικοι του νησιού έσπευσαν να βοηθήσουν. Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα μέλη της Φιλικής Εταιρείας στην Κύπρο. Η συμβολή των Κυπρίων στον αγώνα πραγματοποιήθηκε με την παροχή ηθικής και υλικής βοήθειας.

Όταν εκδηλώθηκαν στην Ελλάδα οι πρώτες επαναστατικές εστίες, ο Τούρκος διοικητής Κουτσιόυκ Μεχμέτ, προβάλλοντας με πρόσχημα την αποτροπή επανάστασης στο νησί, προέβη στην εκτέλεση προκρίτων και ανώτερων κληρικών, εκ των οποίων και ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός. Την 9η Ιουλίου του 1821, ο Κουτσιούκ Μεχμέτ θανάτωσε αρχικά , τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό μαζί με τρεις μητροπολίτες, το Χρύσανθο της Πάφου, το Μελέτιο του Κιτίου και τον Λαυρέντιο της Κυρηνείας και στη συνέχεια, ένα σημαντικό αριθμό προκρίτων. Τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν την 9η Ιουλίου αποτυπώνονται στο ομώνυμο ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη. Ο ηρωισμός, η πίστη στη “ρωμιοσύνη” και στην ορθοδοξία αποτελούν τις αρετές του Αρχιεπισκόπου, που αναδύονται με σαφήνεια μέσα από το προαναφερόμενο ποίημα. Μια από τις χαρακτηριστικές φράσεις του Αρχιεπισκόπου, όπως διασώζεται στο ποίημα είναι:
“Θεέ που νάκραν δεν έσεις ποττέ στην καλοσύνην,
λυπήθου μας τζαι δώσε πιόν χαράν στην Ρωμηοσύνην”

Στα τέλη του 19ου αιώνα, το 1878, η Κύπρος παραχωρείται στην Αγγλία μετά τη σύναψη μυστικής συμφωνίας. Στην ουσία, η Κύπρος περιέρχεται στα χέρια των Άγγλων ως αντάλλαγμα της στρατιωτικής υποστήριξης των τελευταίων προς τα τουρκικά συμφέροντα.

Πηγή:
Ιστορία της Κύπρου, Μεσαιωνική-Νεότερη, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1999

Συμφωνία 1858 Η Τουρκία παραχωρεί την Κύπρο στους Άγγλους μετά από υπογραφή μυστικής συμφωνίας στα παρασκήνια του συνεδρίου του Βερολίνου. Η μεταβίβαση εξουσίας από τους Τούρκους στους Άγγλους αναπτέρωσε τις προσδοκίες των Κυπρίων για μεταρρυθμίσεις στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή. Οι Κύπριοι, από την αρχή πίστεψαν πως η Αγγλοκρατία θα ήταν μια προσωρινή κατάσταση, η οποία θα τερματιζόταν με την ένωση του νησιού με την Ελλάδα.

Η Κύπρος αποικία της Μεγάλης Βρετανίας Από το 1858 εως 1914 η Κύπρος θεωρείτο “αντικείμενο νομής και κατοχής”. Με την είσοδο της Τουρκίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1914, η Κύπρος προσαρτάται στην Αγγλία. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1925, μετά τη συνθήκη της Λωζάνης, η Τουρκία παραιτείται από τα δικαιώματα της στο νησί, γ’ αυτό και η Αγγλία προβαίνει στην επίσημη ανακήρυξη του ως βρετανική αποικία.

Διοικητικές Αλλαγές Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας τέθηκαν οι βάσεις για την οργάνωση της δημόσιας υπηρεσίας. Επικεφαλής της διοικήσεως στο νησί τέθηκε ο «ύπατος αρμοστής», ο οποίος όταν απουσίαζε αντικαθίστατο από τον «αρχιγραμματέα». Πρέπει να αναφερθεί πως μετά το 1925, ο πρώτος συναντάται ως «κυβερνήτης» και ο τελευταίος ως «αποικιακός γραμματέας».Το νησί χωρίστηκε σε έξι διοικητικές επαρχίες, ειδικότερα της Λευκωσίας, της Λεμεσού, της Λάρνακας, της Πάφου, της Αμμοχώστου και της Κερύνειας. Επικεφαλής της κάθε επαρχίας ορίστηκε ένας διοικητής, ο οποίος διοριζόταν από τον ύπατο αρμοστή. Τόσο στις πόλεις όσο και στις κωμοπόλεις εκλέγονταν δημοτικά συμβούλια, ενώ στα χωριά κοινοτικά συμβούλια και χωρητικές αρχές. Μ’ αυτό τον τρόπο εξασφαλιζόταν η αυτοδιοίκηση των πόλεων και των κοινοτικών συμβουλίων. Η πλειονότητα των δημάρχων και κοινοταρχών ήταν Έλληνες, εξαιτίας της αριθμητικής υπεροχής τους έναντι των Τούρκων. Αξίζει να σημειωθεί πως τα προαναφερόμενα συμβούλια, μέχρι και το 1931, εκλέγονταν, ενώ στο εξής λειτουργούσαν με το «διοριστικό σύστημα». Ταυτόχρονα, συγκροτήθηκαν κυβερνητικά τμήματα, λόγου χάρη παιδείας, στα οποία οι διευθυντές ήταν Άγγλοι.

Στον τομέα της δικαιοσύνης, η αγγλική νομοθεσία, κυρίως μετά το 1935, περιόρισε την οθωμανική. Σε αρκετές περιπτώσεις το αγγλικό δίκαιο τασσόταν με το συμφέρον της αποικιοκρατίας, λόγου χάρη τόσο το 1931 όσο και το 1955, εξεδόθησαν έκτατοι νόμοι, οι οποίοι «ανάστειλαν τις ατομικές ελευθερίες».
Η σύσταση του Νομοθετικού Συμβουλίου χαρακτηρίστηκε ως αντιδημοκρατική, εφόσον η αριθμητική αντιπροσώπευση των Ελλήνων κρίθηκε ανεπαρκής. Το Νομοθετικό Συμβούλιο καταργήθηκε το 1931, καθιστώντας ακόμα πιο αυταρχική την αγγλική κυβέρνηση.

Τα Οκτωβριανά, 1931 Η άρνηση της Αγγλίας να ικανοποιήσει το αίτημα για ένωση σε συνδυασμό με τη δυσχερή οικονομική κατάσταση, απετέλεσαν τις βασικές αιτίες για την εξέγερση των Κυπρίων. Αφορμή για την έκρηξη της εξέγερσης στάθηκε η δικτατορική επιβολή νέας φορολογίας, παρά την καταψήφιση της από την πλειοψηφία. Ο τρόπος επιβολής της νέας νομοθεσίας εξόργισε τους ελληνοκύπριους βουλευτές, εκ των οποίων πρώτος παρατήθηκε ο μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς. Ανάμεσα στα γεγονότα που ακολούθησαν ξεχωρίζει η πολυάριθμη συγκέντρωση διαδηλωτών, η οποία κατέληξε σε μια σειρά από επεισόδια. Το Κυβερνείο λιθοβολήθηκε, κυβερνητικά αυτοκίνητα τυλίχθηκαν στις φλόγες και η αστυνομία πυροβόλησε κατά του πλήθους. Σ’ αυτή τη διαδήλωση τραυματίστηκαν έξι διαδηλωτές και ένας σκοτώθηκε. Σε παρόμοιες εκδηλώσεις στις υπόλοιπες πόλεις, οι τραυματίες ήταν πολλοί ενώ οι νεκροί ανήλθαν σε δεκατέσσερις. Επίσης, η αγγλική κυβέρνηση προχώρησε σε συλλήψεις, φυλακίσεις, απελάσεις αλλά και στην είσπραξη προστίμων για τις υλικές ζημιές που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων.

Τα αμέσως επόμενα χρόνια, η αποικιακή κυβέρνηση ακολούθησε ανελεύθερη πολιτική στον τομέα της εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, προέβη στην απαγόρευση των εθνικών συμβόλων και εορτασμών, του εθνικού ύμνου αλλά και της διδασκαλίας της ελληνικής ιστορίας.

Το Δημοψήφισμα του 1950 Οι Έλληνες της Κύπρου με δημοψήφισμα αξίωσαν την επιθυμία τους για «ένωση της Κύπρου μετά της μητρός Ελλάδος». Ειδικότερα, οι Έλληνες του νησιού στην συντριπτική πλειοψηφία τους, το 95,7 %, τάχθηκαν υπέρ της ένωσης, καθώς και ένα μικρό μέρος των Τουρκοκυπρίων. Οι Άγγλοι, όμως, δεν ήταν πρόθυμοι να ικανοποιήσουν το αίτημα του δημοψηφίσματος.

Ο αγώνας 1955-1959 Μετά από μια πορεία συνεχών πολιτικών αδιεξόδων, η κυπριακή ηγεσία ανέλαβε τον ένοπλο με τη σύσταση μυστικής οργάνωσης, της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών, γνωστής ως Ε.Ο.Κ.Α. Η Ε.Ο.Κ.Α συγκρότησε μαχητικές ομάδες εκπαιδεύοντας τα μέλη της αλλά και «δίκτυο πληροφοριών και συνδέσμων». Η αγγλική αποικιακή κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει την κατάσταση προχώρησε στην ίδρυση κρατητηρίων με στόχο την αναγνώριση των υπόπτων αλλά και τη φυλάκιση των αγωνιστών. Αρκετοί αγωνιστές υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια εντός των κρατητηρίων, μερικοί μάλιστα οδηγήθηκαν στην αγχόνη, ενώ άλλοι έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι.

Στις 16 Αυγούστου 1960 το νησί ανακηρύσσεται ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία. Η ημερομηνία αυτή σηματοδοτεί και τον τερματισμό της αγγλικής αποικιοκρατίας.

Πηγή:
Ιστορία της Κύπρου, Μεσαιωνική-Νεότερη, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1999

1955-1959

Το 1955, η μυστική Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών, Ε.Ο.Κ.Α, ανέλαβε ένοπλο αγώνα κατά της αγγλικής αποικιοκρατίας. Το κύριο αίτημα του αγώνα ήταν η ένωση με την Ελλάδα. Στον απελευθερωτικό αγώνα πρωτοστάτησαν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, στον πολιτικό τομέα και ο Γεώργιος Γρίβας, Διγενής, στον στρατιωτικό τομέα. Η Ε.Ο.Κ.Α κατάφερε να τονώσει το εθνικό φρόνημα του κυπριακού λαού και να συνενώσει ολάκερη τη νήσο στην προσπάθεια απελευθέρωσης από την αγγλική κυριαρχία.

Η συγκρότηση της Ε.Ο.Κ.Α πραγματοποιήθηκε με πλήρη μυστικότητα από το συνταγματάρχη του ελληνικού στρατού Γεώργιο Γρίβα, Διγενή και τις ελληνικές και κυπριακές πολιτικές δυνάμεις. Η οργάνωση του αγώνα άρχισε δυο χρόνια πριν το ξέσπασμα του, θέτοντας ως κύριο μέλημα του την «Ελευθερία της Μεγαλόνησου Κύπρου». Επιπλέον, η Ε.Ο.Κ.Α προέβη στην οργάνωση μαχητικών ομάδων εκπαιδεύοντας τα μέλη της, και συνάμα στην συγκρότηση «δικτύου πληροφοριών».

Στον πολιτικό τομέα, την οργάνωση ανέλαβε η Πολιτική Επιτροπή Κυπριακού Αγώνα, γνωστή ως Π.Ε.Κ.Α. Η συσπείρωση και η καθοδήγηση του κυπριακού λαού, καθώς και η αναζωπύρωση του εθνικού φρονήματος αποτέλεσαν τους βασικούς στόχους της οργάνωσης. Η δράση της Π.Ε.Κ.Α διαφαίνεται στις μαζικές κινητοποιήσεις του κυπριακού λαού, με χαρακτηριστικότερη την αντίσταση της μαθητιώσας νεολαίας.

Την πρώτη του Απρίλη του 1955, κυκλοφόρησε η προκήρυξη από τον αρχηγό της Ε.Ο.Κ.Α, με την οποία αναγγελλόταν ο αγώνας. Σ’ ένα σημείο της προκήρυξης ανάφερε χαρακτηριστικά πως: « Αναλαμβάνομεν τον Αγώνα δια την αποτίναξιν του αγγλικού ζυγού». Ήδη από το προηγούμενο, οι αγωνιστές ανατίναξαν κυβερνητικές εγκαταστάσεις, όπως το Ραδιοφωνικό Σταθμό και την Αρχιγραμματεία.

Πρώτος στον αγώνα για απελευθέρωση θυσιάστηκε ο Μόδεστος Παντελή .Ακολούθησαν μια σειρά από ηρωικές μορφές, όπως ο Γρηγόρης Αυξεντίου, ο Μιχαλάκης Καραολής, ο Κυριάκος Μάτσης, ο Χαράλαμπος Μούσκος, ο Χαρίλαος Μιχαήλ, ο Ανδρέας Ζάκος, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, Φώτης Πίττας και πολλοί άλλοι με όμοιο ψυχικό σθένος.

Συγκλονιστικές στιγμές του αγώνα αποτελούν το ολοκαύτωμα του Γρηγόρη Αυξεντίου στο Μαχαιρά, η θυσία του Κυριάκου Μάτση και ο ηρωικός θάνατος των τεσσάρων αγωνιστών στο αχυρώνα του Λιοπετρίου.

Οι αποικιοκράτες στην προσπάθεια τους να επαναφέρουν την προηγούμενη τάξη πραγμάτων προέβησαν σε προσωποκρατήσεις στα «κατά τόπους κρατητήρια», της Κοκκινοτριμιθιάς, Πολεμίου, Αμμοχώστου, Πύλας, σε επικηρύξεις αγωνιστών, σε διεξοδικές έρευνες ακόμα και σε σπίτια, σε βασανιστήρια, σε κατ’ οίκον περιορισμούς αλλά και σε απαγχονισμούς. Ιδιαίτερη συγκίνηση προκάλεσε ο απαγχονισμός του μόλις δεκαοχτάχρονου μαθητή του Γυμνασίου, Ευαγόρα Παλλικαρίδη. Μ’ αυτές τις ενέργειες, οι Άγγλοι προσπαθούσαν να κλονίσουν το ηθικό του κυπριακού λαού. Αντίθετα, όμως ενδυνάμωσαν την επιθυμία των Ελλήνων της Κύπρου για εκδίωξη των άγγλων αποικιοκρατών.

Η επιθυμία των Ελλήνων της Κύπρου για αυτοδιάθεση δεν πραγματοποιήθηκε. Ο ηρωισμός των Κυπρίων αγωνιστών ήταν ένα ιδιαίτερα καταστροφικό πλήγμα για τους αποικιοκράτες. Τελικά, μετά από μια σειρά σκληρών διαπραγματεύσεων η Κύπρος ανακηρύχθηκε ως ανεξάρτητο κράτος θέτοντας τέρμα στην αγγλική αποικιοκρατία.

Πηγή:
Ιστορία της Κύπρου, Μεσαιωνική-Νεότερη, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1999

Η ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας Μετά την έναρξη του αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α, άρχισε μια σειρά από διαπραγματεύσεις. Το 1956, έλαβε χώρα μια σειρά από διαπραγματευτικές προσπάθειες ανάμεσα στον άγγλο κυβερνήτη και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, οι οποίες οδήγησαν σε αδιέξοδο. Ο Αρχιεπίσκοπος μάλιστα αποτέλεσε ένα από τα θύματα της εξορίας στις Σεϋχέλλες. Ακολούθησαν «ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις», οι οποίες κατέληξαν στις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Τότε, οι ελληνοκύπριοι μαζί με τους τουρκοκύπριους προσυπέγραψαν την ίδρυση της «Κυπριακής Δημοκρατίας», η οποία σήμαινε και τον τερματισμό της αγγλοκρατίας.

Ειδικότερα, στις 16 Αυγούστου του 1960, έλαβε χώρα η «ανακήρυξη και εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξάρτητου και κυρίαρχού κράτους». Παράλληλα, εκδόθηκε σύνταγμα, το οποίο όριζε δυσανάλογη αντιπροσώπευση των Ελληνοκυπρίων σε σχέση με το αριθμό τους.. Παραδείγματος χάρη, παρόλο που οι Τουρκοκύπριοι αποτελούσαν το 18% του πληθυσμού αντιπροσωπεύονταν στην κυβέρνηση με ποσοστό 30%.

Τα γεγονότα του 1963 Το 1963, ο Μακάριος πρότεινε την αλλαγή δεκατριών σημείων των αποφάσεων των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου. Ενώ το αίτημα του Μακαρίου είχε συμφωνηθεί πως θα λυνόταν μέσω διαπραγματεύσεων, παρά την αρχική αρνητική στάση της Τουρκίας, ξέσπασε «η τουρκοκυπριακή ανταρσία» με αφορμή ένα τυχαίο περιστατικό. Μετά από επέμβαση της Βρετανίας, στις 30 Δεκέμβρη το 1963, αποφασίστηκε εκεχειρία ανάμεσα στις συγκρουόμενες πλευρές και η χάραξη της «πράσινης γραμμής».

Τα γεγονότα του 1967 Το 1967 ξέσπασαν νέες συγκρούσεις ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, με επίκεντρο την Κοφίνου. Τότε, η Τουρκία προβάλλει την απειλή για στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο.

Τουρκική εισβολή 1974 Στις 15 Ιουλίου του 1974, τα μέλη της Ε.Ο.Κ.Α Β΄, διενεργούν πραξικόπημα ανατρέποντας την Κυπριακή Δημοκρατία. Τότε, ο πρόεδρος της νόμιμης κυπριακής δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπος Μακάριος διαφεύγει στο εξωτερικό και καταφέρνει να διασωθεί. Το πραξικόπημα αποτέλεσε την αφορμή για την είσοδο, στις 20 Ιουλίου του 1974, των τουρκικών στρατευμάτων στο νησί. Η πρώτη τουρκική επίθεση πραγματοποιήθηκε στην Κερύνεια. Λίγες μέρες αργότερα, στις 14 Αυγούστου, παρόλο που άρχισαν προσπάθειες επίλυσης στη Γενεύη, οι Τούρκοι πραγματοποίησαν τη δεύτερη εισβολή καταλαμβάνοντας το 37,6 της νήσου. Κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής, διαδραματίστηκαν αρκετές ωμότητες, βιασμοί, αιχμαλωσίες, λεηλασίες μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς. Ένας σημαντικός αριθμός των ελληνοκυπρίων κατέπεσαν στην προσφυγιά. Οι νεκροί ανέρχονταν σε χιλιάδες και τα σημάδια του πόνου και της καταστροφής ήταν έκδηλα σ’ όλο το νησί. Πρέπει να σημειωθεί πως ακόμη και σήμερα, αρκετοί ελληνοκύπριοι αγνοούνται.

1977 μέχρι σήμερα

Στις 3 Αυγούστου το 1977, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος πεθαίνει από καρδιακή προσβολή και ο τότε πρόεδρος της Βουλής κος Σπύρος Κυπριανού εκλέγεται πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το 1983, ο κος Σπύρος Κυπριανού επανεκλέγεται για δεύτερη πενταετία. Το 1988, πρόεδρος εκλέγεται ο κος Γιώργος Βασιλείου. Από το Φεβρουάριο του 1993 για δυο συνεχόμενες πενταετίες, ο κος Γλαύκος Κληρίδης εκλέγεται πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από το Φεβρουάριο του 2003 μέχρι και σήμερα, πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ο κος Τάσος Παπαδόπουλος.

Από την 1η Μαΐου 2004, η Κύπρος αποτελεί επίσημο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πηγές:
Ιστορία της Κύπρου, Μεσαιωνική-Νεότερη, Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, Λευκωσία 1999

© Copyright 2026 - e-villages / Designed & Developed by NETinfo Plc